8/1/10

Πολλές λευκές κορδέλες..


πηγή Το Βήμα
http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=34&artid=296865&dt=01/11/2009



Λευκή κορδέλα σε μαύρη εκπαίδευση
ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

«Πρέπει να σας δείρω και εγώ θαπονέσω περισσότερο », λέει στα παιδιά του ο πολύτεκνος πάστορας του μικρού γερμανικού χωριού όπου διαδραματίζεται η τελευταία ταινία του 68χρονου Μίχαελ Χάνεκε. Λίγο αργότερα η πόρτα κλείνει, ο φακός ακίνητος την παρακολουθεί και ο θεατής ακούει τις κραυγές πόνου από τις ξυλιές μέσα στο δωμάτιο. Τα αυστηρά, παγωμένα πλάνα της «Λευκής κορδέλας» έρχονται σε ταύτιση με το βλοσυρό, παντελώς αγέλαστο ύφος των προσώπων που απαρτίζουν το φιλμ, από το οποίο δεν λείπουν οι ξαφνικές εκρήξεις βίας, σωματικής μα κυρίως ψυχολογικής: Ενα ψαλίδι βυθισμένο στο σώμα ενός πουλιού, ένας γιατρός που εξευτελίζει με τον χειρότερο τρόπο τη γυναίκα που μεγαλώνει τα παιδιά του («γιατί δεν μπορείς επιτέλους να πεθάνεις! », λέει), ακόμη και η καταστροφή της γης του τοπικού βαρόνου από έναν φτωχό αγρότη με δρεπάνι είναι σκηνές που σφραγίζουν τη μνήμη.


Το σπέρμα του ναζισμού
Οι ιστορίες της «Λευκής κορδέλας»- χρησιμοποιούμε πληθυντικό διότι δεν είναι μία ιστορία αλλά πολλές- τοποθετούνται σε κάποιο ανώνυμο χωριό της Βόρειας Γερμανίας το 1913-1914. Από τον περασμένο Μάιο, όταν η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ των Καννών (όπου και απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα αλλά και το Οικουμενικό Βραβείο), η εποχή που πραγματεύεται ο Χάνεκε έδωσε την αφορμή στον διεθνή Τύπο να μιλήσει για την περίοδο που γεννιόταν ο ναζισμός στη Γερμανία. Τα ανήλικα παιδιά με τα φοβισμένα ή απορημένα πρόσωπα που κυριαρχούν στα περισσότερα πλάνα της ταινίας είναι το μέλλον της Γερμανίας, η γενιά που αργότερα θα γίνει υπεύθυνη για τις απίστευτες βαρβαρότητες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος.

Ο Χάνεκε, ο οποίος δεν μιλά εύκολα γιατις ταινίες του, παραδέχεται ότι δεν επέλεξε τυχαία την εποχή αλλά συμπληρώνει ότι ποτέ δεν θέλησε να περιοριστεί σε αυτό το «συγκεκριμένο μοντέλο φασισμού». Το πώς γεννιέται ο ολοκληρωτισμός είναι ερώτημα διαχρονικό και ο σκηνοθέτης πιστεύει ότι το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο αν η ταινία, για παράδειγμα, πραγματευόταν την κατάσταση στο σύγχρονο Ιράν. «Σε περιοχές όπου ο κόσμος υποφέρει η ιδεολογία γίνεται πολύ εύκολα αποδεκτή, επειδή οι άνθρωποι αναζητούν κάτι για να πιαστούν- ένα καλάμι που θα τους βγάλει από τη μιζέρια τους» δήλωσε πρόσφατα ο σκηνοθέτης στον «Οbserver». «Οταν η ιδεολογία μετατρέπεται σε φανατισμό, η ανάγκη για την απάντηση ερωτημάτων σταματά να υπάρχει. Οσο λιγότερο έξυπνος είμαι τόσο ευκολότερα θα ακολουθήσω κάποιον που θα μου δώσει απαντήσεις ».


Η «μαύρη εκπαίδευση»
Τα χρόνια που προηγούνται του ξεσπάσματος του Α Δ Παγκοσμίου Πολέμου είναι μια περίοδος που μπορεί να ερευνηθεί με προσοχή και μέσα από «τόνους βιβλίων» τα οποία ο σκηνοθέτης και το επιτελείο του μελέτησαν εξονυχιστικά. Μεγάλη σημασία εδώ έχει η «μαύρη περίοδος εκπαίδευσης», όπως αποκαλείται στη Γερμανία. «Μαύρη εκπαίδευση» είναι μια έκφραση που άρχισε να χρησιμοποιείται τον 19ο αιώνα και επικράτησε πολλά χρόνια μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως το 1968: Δάσκαλοι και παιδαγωγοί ακολουθούσαν ένα συγκεκριμένο, συντηρητικό, αυστηρό σύστημα εκπαίδευσης του οποίου η ιδεολογία μπόλιασε τα παιδιά με τις ρίζες του τρόμου που αργότερα θα γινόταν μανιφέστο. Επίσης ο ρόλος της θρησκείας υπήρξε καίριος διότι τα παιδιά που έμελλε να γίνουν οι σημαιοφόροι της ναζιστικής Γερμανίας είχαν γαλουχηθεί σε ένα αυστηρό προτεσταντικό πλαίσιο.

Ωστόσο η «Λευκή κορδέλα» δεν εξηγεί το πώς ακριβώς υιοθετήθηκε η φιλοσοφία του ναζισμού διότι ο Μίχαελ Χάνεκε δεν δίνει ποτέ απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει. «Είναι μια από τις πηγές της θεμελιώδους σκέψης» είπε. «Κάποια στιγμή είχα σκεφτεί να ονομάσω την ταινία “Το δεξί χέρι του Θεού” που σημαίνει ότι αυτά τα παιδιά θεωρούν τους εαυτούς τους δεξί χέρι του Θεού επειδή γνωρίζουν τη διαφορά ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό και πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να δικάζουν τους άλλους. Αυτό ανέκαθεν ήταν η αρχή της τρομοκρατίας».

Διόλου τυχαία, η «Λευκή κορδέλα» τελειώνει με την ανακοίνωση της δολοφονίας του αρχιδούκα της ΑυστροουγγαρίαςΦραγκίσκου Φερδινάνδουστο Σαράγεβο, την τότε πρωτεύουσα της αυστροουγγρικής περιοχής Βοσνία- Ερζεγοβίνη. Ο Φερδινάνδος και η εγκυμονούσα σύζυγός τουΣοφία φον Τσότεκ δολοφονήθηκαν στις 28 Ιουνίου του 1914 από τον 19χρονοΓαβρίλο Πρίντσιπ , μέλος του απελευθερωτικού κινήματος «Νέα Βοσνία». Η δολοφονία του αρχιδούκα έδωσε τέλος στα χρόνια της βασιλείας του Οίκου των Αψβούργων στην Ευρώπη, αφού σήμανε το ξεκλήρισμα ενός από τους σημαντικότερους βασιλικούς οίκους στη Γηραιά Ηπειρο, με διάρκεια ηγεμονίας πάνω από έξι αιώνες. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η «δολοφονία του Σαράγεβο», όπως ονομάστηκε, θεωρείται η αφορμή του Α Δ Παγκοσμίου Πολέμου ο οποίος κηρύχθηκε δύο μήνες αργότερα.


Το ασπρόμαυρο φιλμ
Ο Μίχαελ Χάνεκε δυσκολεύεται να βλέπει ιστορικές ταινίες, ιδίως αυτές που μιλούν για τη σχετικά πρόσφατη Ιστορία, διότι οι εικόνες που έχει συγκεντρώσει στη μνήμη του, εικόνες που προέρχονται από ντοκουμέντα αυτών των περιόδων, είναι ασπρόμαυρες (ας σημειωθεί ότι ακόμη και οι ιστορικές σειρές που έχει σκηνοθετήσει για την τηλεόραση είναι ασπρόμαυρες). Δεν ήταν λοιπόν μόνο η αγάπη του για το ασπρόμαυρο φιλμ που τον ώθησε να γυρίσει ασπρόμαυρη τη «Λευκή κορδέλα». Η απόφασή του στηριζόταν σε συγκεκριμένο λόγο: στην πιστή απεικόνιση της μνήμης.

Η δημιουργία της «Λευκής κορδέλας» από τη στιγμή που γεννήθηκε η ιδέα της ως την παρουσίασή της εφέτος στις αίθουσες είχε διάρκεια περίπου δέκα χρόνων, κατά τα οποία ο σκηνοθέτης και το επιτελείο του όργωσαν όλη τη Βόρεια Γερμανία για να εντοπίσουν τον ιδανικό χώρο γυρισμάτων αλλά και τα πρόσωπα. Επισκέφτηκαν σχολεία, εκκλησίες και άλλα διατηρητέα κτίρια από εκείνη την εποχή και κυρίως μελέτησαν πάρα πολλές φωτογραφίες. Υπάρχει πλούσιο υλικό από εκείνη την περίοδο και οι έρευνες που έγιναν υπήρξαν συγκεκριμένες, χωρίς όμως τίποτε να είναι βασισμένο σε προσωπικές εμπειρίες ή μαρτυρίες.


Οντισιόν με 7.000 παιδιά


Ο σκηνοθέτης Μίχαελ Χάνεκε Η διανομή των ηθοποιών της «Λευκής κορδέλας» υπήρξε ίσως το δυσκολότερο και πιο χρονοβόρο κομμάτι στη δημιουργία της ταινίας.Το κάστινγκ μοιράστηκε σε τρία μέρη: Πρώτον, τους επαγγελματίες ηθοποιούς,που ήταν το ευκολότερο σκέλος επειδή ο Χάνεκε γνώριζε τα πρόσωπα.Δεύτερον,τους κομπάρσους και,τρίτον,τα παιδιά.Ολα τα πρόσωπα έπρεπε να ταιριάζουν με το πρωτότυπο φωτογραφικό υλικό της εποχής που είχε στη διάθεσή της η παραγωγή. Με τους κομπάρσους τα πράγματα δυσκόλεψαν επειδή,όπως ο Χάνεκε ισχυρίζεται,δεν βρήκε κανένα πρόσωπο που να του αρέσει στις γερμανόφωνες περιοχές. Οι περισσότεροι κομπάρσοι ήλθαν από τη γειτονική Ρουμανία,άνθρωποι χωρίς καμία προηγούμενη κινηματογραφική εμπειρία. Για παράδειγμα, στη σκηνή της υπαίθριας γιορτής χρησιμοποιήθηκαν περίπου 100 ρουμάνοι κομπάρσοι και κάποιοι γερμανοί,τους οποίους είχαν βρει κυριολεκτικά στους δρόμους ή σε καφενεία και των οποίων τα πρόσωπα είναι δυσδιάκριτα.Το τρίτο,όμως,και δυσκολότερο κάστινγκ ήταν των παιδιών. Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη,περίπου 7.000 παιδιά έκαναν δοκιμαστικά για την ταινία,από τα οποία κανένα δεν ήταν ήδη δοκιμασμένο πρόσωπο της τηλεόρασης.Για την ανεύρεσή τους η παραγωγή επισκέφτηκε όλα τα χωριά της Βόρειας Γερμανίας,κινηματογραφώντας συνεντεύξεις τους.Από αυτά τα 7.000 ο Χάνεκε ήθελε 30 για την ταινία, εκ των οποίων 30 μόνον τα 10 επρόκειτο να έχουν ρόλο.Τα υπόλοιπα χρησιμοποιήθηκαν σε σκηνές πλήθους, όπως η γιορτή ή το σχολείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget