25/2/11

Καλή επιτυχία την Κυριακή στον Κυνόδοντα

Η ΤΕΧΝΗ ΟΦΕΙΛΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΕΝΟΧΛΕΙ
Είναι λοιπόν ο Κυνόδοντας μια ακόμα «ελληνική ταινία»;

Ο «Κυνόδοντας» του Γιώργου Λάνθιμου είναι η απάντηση μιας ολόκληρης μεταπολιτευτικής γενιάς, που μεγάλωσε με την τηλεόραση στο ρόλο της οικογένειας και τα διαφημιστικά σποτ στη θέση της πραγματικής ζωής.
Και γι’ αυτό ενοχλεί τόσο πολύ και τόσο ακραία. Γιατί περιγράφοντας τον αυτισμό και την πτώση της πυρηνικής οικογένειας, ένα παγκόσμιο πλέον φαινόμενο που ακόμη θεωρείται θέμα ταμπού, καταγράφει ουσιαστικά και σε πολλές σκηνές της με επώδυνο χιούμορ το αποτέλεσμα μιας νέας τάξης πραγμάτων, χωρίς το φόβο της αντίπαλης ιδεολογίας που έχει καταρρεύσει από το 1989.
Είναι λοιπόν μόνο ελληνική; Φυσικά και όχι. Γι’ αυτό και η παγκόσμια απήχηση του φιλμ. Μέσα από την -σε πρώτη ανάγνωση παράλογη- αλληγορία της μας ρίχνει κατά μέτωπον μπουνιές αντοχής, όπως ο πατέρας πετάει το dvd στη σεκιουριτού, καθιστώντας μας πλέον γνώστες του τέλους του κόσμου, όπως τον ξέρουμε. Καλό θα είναι να μην περιμένουμε από κανέναν παρά μόνο από το δικό μας ένστικτο αυτοσυντήρησης να μας πει πότε είναι ο σωστός καιρός να βγάλουμε τον κυνόδοντά μας. Πότε επιτέλους να διεκδικήσουμε το δικαίωμά μας στη ζωή και όχι απλά στην επιβίωση. Αλήθεια, πόσοι πραγματικά αντέχουμε αυτό το ξεβόλεμα; Οχι πάντως οι πολέμιοι του φιλμ, που μέσα σε όλα τα άλλα βολέματά τους θα ήθελαν οι ταινίες απλά να διασκεδάζουν και να μην ενοχλούν. Ομως, η τέχνη οφείλει και να ενοχλεί. Γιατί μόνο έτσι ξυπνάει τις από καιρό κοιμισμένες ανάγκες μας για το καλύτερο. Τολμώ να πω ότι ο «Κυνόδοντας» είναι για μένα η καλύτερη σύγχρονη ελληνική ταινία, εξαιρετικά πετυχημένο και σαρκαστικό σχόλιο για τα χρόνια της μεταπολίτευσης και τις νέες αξίες-ορολογίες που προσθέσαμε στο λεξιλόγιό μας, για να συνεχίσουμε να εθελοτυφλούμε, κάτι που συμβαδίζει απολύτως ισότιμα με την παγκόσμια τάση για επανακαθορισμό των πάντων. Μία ταινία μοντέρνα, πολλαπλών αναγνώσεων και -γιατί όχι;- ένας σταθμός του πριν και του μετά του ελληνικού κινηματογράφου. Δικαιώνοντας το θεώρημα ότι δεν υπάρχει πιο αυστηρά πολιτικό από το απολύτως ιδιωτικό. Δικαίως, λοιπόν, έφτασε ως την πεντάδα των ξενόγλωσσων Οσκαρ.
Τέλλος Φίλης

AΠO TΟ ULTREX ΣΤΑ ΟΣΚΑΡ
Από τις διαφημίσεις για σαμπουάν και τα βιντεοκλίπ του Σάκη Ρουβά μέχρι τα Οσκαρ.

Ενα ψηλό αγόρι, 38 χρόνων σήμερα, που ο μπαμπάς του ονειρευόταν να τον δει μεγάλο μπασκετμπολίστα, όπως ήταν και ο ίδιος, προτίμησε να ρίξει τρίποντο στον κινηματογραφικό φακό. Γιος του βιρτουόζου μπασκετμπολίστα του Παγκρατίου και της Εθνικής, Αντώνη Λάνθιμου, ο Γιώργος αγάπησε από πολύ μικρή ηλικία όσο και ο πατέρας του το μπάσκετ, αλλά μετά το θάνατο της μητέρας του, στα 19 του χρόνια, αποφάσισε να εστιάσει στο πραγματικό του πάθος, το σινεμά. Πέφτοντας πάνω στο πάντα διορατικό βλέμμα του μέντορά του, Λάκη Λαζόπουλου, τυχαία πριν από χρόνια, όταν σε μια κοινή τους βόλτα με το αυτοκίνητο ο Λάνθιμος ξαφνικά άρχισε να κινηματογραφεί από τα παράθυρα τα ελαιόδεντρα στην άκρη του δρόμου, εντυπωσιάζοντας με το πάθος του και την οπτική του τον Λάκη. Ή τουλάχιστον έτσι λέει ο αστικός θρύλος.
Το αποτέλεσμα ήταν, με την παρότρυνση του τελευταίου, ο Λάνθιμος να βρεθεί στη σχολή Σταυράκου, παρακολουθώντας μαθήματα σκηνοθεσίας και από εκεί στο πλατό των «10 Μικρών Μήτσων» ως βοηθός σκηνοθέτη. Η στενή φιλική σχέση των δύο ανδρών και τα εντυπωσιακά αποτελέσματα της δουλειάς του Λάνθιμου στη διαφήμιση και το βιντεοκλίπ (έχει σκηνοθετήσει κλιπ για την Aegean, τη Nova, την Εμπορική, το Conn-X, την Toyota, το Ultrex, όσο και για το χώρο του τραγουδιού, οπτικοποιώντας από το «Αντεξα» του Σάκη Ρουβά μέχρι το τραγουδιστικό οπλοστάσιο της Χάρις Αλεξίου και της Ελλης Πασπαλά) έπεισε τον Λαζόπουλο να του εμπιστευτεί το τεχνικό μέρος (και τη συσκηνοθεσία στα credits) της τολμηρής ερωτικής κωμωδίας και ξεκάθαρα εμπορικών προθέσεων ταινία του, «Ο Καλύτερός Μου Φίλος».
Ταυτόχρονα, ο Λάνθιμος, αν και αντικοινωνικός όπως περιγράφεται από το στενό του περιβάλλον, κατορθώνει να βρει κοινά σημεία ευαισθησίας και αισθητικών αναφορών με τη χρυσή εκδοχή της ελληνικής avant garde καλλιτεχνικής κοινότητας, όπως ο Δημήτρης Παπαϊωάννου και η ομάδα διοργάνωσης της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων. Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία «Κινέτα» (2005) αντιμετωπίζεται με καχυποψία από την πλειοψηφία των κριτικών, όμως ο ίδιος πεισμωμένος, προχωράει στον πασίγνωστο πλέον «Κυνόδοντα», με το θρίαμβό του στις Κάννες και εν συνεχεία στο Σαράγεβο, το Σίτζες, το Μόντρεαλ, το Μονπελιέ, τη Στοκχόλμη, την Τριέστη, το Δουβλίνο, κερδίζοντας μια αναγνώριση που δημιουργεί πόλωση και αντιπάθειες.
Παραμονές των περυσινών πρώτων κινηματογραφικών βραβείων της νεοσύστατης Ελληνικής Κινηματογραφικής Ακαδημίας, κυκλοφορεί ανώνυμα στο Youtube βιντεάκι με μονταρισμένα αποσπάσματα της ταινίας, σε αντιπαραβολή με αποσπάσματα μιας μεξικάνικης ταινίας του 1973, από τον Αρτούρο Ριπστάιν του “El Castillo della Purenza”, σε ένα μοντάζ που υπερθεματίζει στην ομοιότητα σκηνών και ιδεών ανάμεσα στις δύο ταινίες και υπονοεί αθέμιτο «δανεισμό».
Ζευγάρι στη ζωή με τη βραβευμένη στη Βενετία ηθοποιό Αριάν Λαμπέντ, μοιράζονται μια γυμνή ερωτική σκηνή στο κρεβάτι της ταινίας “Attenberg” της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, ενώ στη συνέχεια σκηνοθετεί ο ίδιος τη μούσα του σε μια μοντέρνα διασκευή του αριστουργήματος του Τσέχοφ «Πλατόνοφ», που παίζεται αυτό τον καιρό στο Εθνικό Θέατρο σπάζοντας τα ταμεία, αλλά αποσπώντας αντιφατικές κριτικές. Με κύριο αρνητικό σχόλιο την εστετίστικη ψυχρότητα -σήμα κατατεθέν της σκηνοθετικής του ματιάς-, αλλά και τη συμπεριφορά του, εφόσον ούτε στην πρεμιέρα δέχτηκε να βγει στη σκηνή μαζί με τους ηθοποιούς του ούτε μετά την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων για τα Οσκαρ δέχτηκε να δώσει συνεντεύξεις, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις ανθρώπων του ελέγχου και του χώρου του.
Τάσος Θεοδωρόπουλος

50.000 εισιτήρια είναι αρκετά;
Μια μικρή συζήτηση με την Ειρήνη Σουγανίδου, γενική διευθύντρια της Feelgood Entertainment, εταιρείας διανομής του Κυνόδοντα.

Πολύ πριν ο «Κυνόδοντας» καταφέρει να φτάσει στη βραδιά των Οσκαρ, ένα μεγάλο μέρος του αθηναϊκού κοινού τον είχε ξεχωρίσει και είχε σπεύσει στο Αστυ ή το Μικρόκοσμο, για να παρακολουθήσει αυτή την ιδιόμορφη ελληνική οικογένεια. Πώς όμως φτάσαμε από τον Οκτώβριο του 2009 στο Φεβρουάριο του 2011; Αυτή και άλλες απορίες μού έλυσε η Ειρήνη Σουγανίδου, γενική διευθύντρια της Feelgood Entertainment. Η εταιρεία που είναι υπεύθυνη για τη διανομή του «Κυνόδοντα» σε Ελλάδα και Κύπρο εξέφρασε τη χαρά και την τιμή που μια τέτοια ταινία τούς εμπιστεύτηκε και μάλιστα στον πρώτο χρόνο λειτουργίας τους. Οπως ανέφερε η κ. Σουγανίδου: «Οι συζητήσεις για τη διανομή είχαν ξεκινήσει από το Μάιο του 2009. Μέχρι τον Οκτώβριο που ξεκίνησε η διανομή, η ταινία είχε βραβευτεί στο Φεστιβάλ των Καννών. Είχε ήδη μια πολύ γερή προίκα που λειτούργησε υπέρ της». Την ρωτάω αν από την πρώτη στιγμή είχαν καταλάβει την εξέλιξη που θα είχε η δημιουργία του Λάνθιμου. «Είχαμε αντιληφθεί ότι πρόκειται για κάτι πολύ ιδιαίτερο και ελπίζαμε να πάει καλά. Σε καμία περίπτωση, παρόλα αυτά, δεν περιμέναμε να φτάσει μέχρι τα Οσκαρ. Δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε τέτοια επιτυχία». Και με τα εισιτήρια τι έγινε; «50.000 για μια art house ταινία είναι πάρα πολλά. Τώρα γίνεται επανέκδοση, για να την δει και ο κόσμος που δεν κατάφερε τότε». Οπως μου εξηγεί η κ. Σουγανίδου, οι art house ταινίες, αυτές δηλαδή που δεν στοχεύουν στην εμπορική επιτυχία και προέρχονται κυρίως από νέους δημιουργούς, σπάνια πάνε τόσο καλά στην Ελλάδα. Ο «Κυνόδοντας» παρόλα αυτά μόνο με 4 κόπιες και δύο αίθουσες να τον προβάλλουν απέκτησε τη δική του φήμη στόμα με στόμα. «Τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο στο σινεμά. Αυτό είναι που πρέπει να κρατήσουμε από την ιστορία με τον ‘Κυνόδοντα’. Πρέπει να πιστεύουμε σε αυτό που κάνουμε και να στηρίζουμε τους Ελληνες δημιουργούς. Η στρατηγική της Feelgood περιλαμβάνει τη στήριξη στη νέα γενιά σκηνοθετών. Αλλωστε, η συνταγή-επιτυχία στο σινεμά δεν έχει βρεθεί ακόμα». Τελειώνοντας ρωτάω την κ. Σουγανίδου αν οι Ελληνες προτιμούν να δημιουργούν εμπορικές ταινίες ή όχι; «Δεν υπάρχει συγκεκριμένη απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Οπως και σε όλο τον κόσμο έτσι και στη χώρα μας, δεν υπάρχουν προτιμήσεις. Οι επιλογές αγγίζουν όλη την παλέτα. Ο καθένας κάνει, και πρέπει να κάνει, αυτό που τον εκφράζει».
Ν.Μ.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Αν και δεν είναι queer ταινία, διακρίνουμε τον τρόπο που μεγαλώνουν οι περισσότεροι lgbt μέσα σε ομοφοβικές οικογένειες και εσωτερικεύουν φοβίες, ενοχές και ανασφάλειες. Καλή επιτυχία!!!!!

BOSKO είπε...

Φίλτατε Τέλλο,
ο πατέρας δεν πετάει απλά το dvd στη σεκιουριτού, αλλά της σπάει το κεφάλι με μια παλιά συσκευή βίντεο (VHS). Είναι κι αυτό ένα από τα άχρονα στοιχεία της συγκεκριμένης μοναδικής ταινίας!

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget