16/3/11

«FUCKING GAMES»

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=5766

Η ιστορία που ξετυλίγεται στη σκηνή του θεάτρου Βικτώρια, είναι γεμάτη love, sex ,drugs, μουσική και όχι μόνο. Μίση, πάθη, σκοτεινά μυστικά, εκπλήξεις…to the end of the game. Παλιά δοκιμασμένη συνταγή και άρα εγγύηση επιτυχίας; Λοιπόν, τα υλικά είναι γνωστά, αλλά το αποτέλεσμα δεν αφήνει ακριβώς προβλέψιμα αναγνωρίσιμη γεύση. Oταν παρουσιάστηκε αυτό το έργο του Σκωτσέζου Grae Cleugh to 2003, ήδη το καινούριο δεν βρισκόταν στο ότι καταπιάνεται με το σκηνικό του κόσμου των gay, αλλά στην inside κριτική, αυτού ακριβώς του «σκηνικού».

Στη χώρα μας, η παράσταση που ξεκίνησε στις 2 Μαρτίου, παρουσιάζεται για πρώτη φορά- το γεγονός ότι τη φετινή χρονιά ανέβηκαν άλλες πέντε «gay δραματουργικού προσανατολισμού» παραστάσεις και καινοφανές είναι και κάτι σημαίνει. Αλλάζουμε ως κοινωνία, ή ακολουθούμε (με διαφορά φάσης) ένα ρεύμα;

Στους ομόκεντρους κύκλους που προκάλεσε η έκρηξη στα πανεπιστήμια του Δυτικού κόσμου απ’ το 68 και μετά, η ανάδειξη και εξέλιξη του φεμινιστικού και gay κινήματος, έθεσε σε αμφισβήτηση όλα τα παραδοσιακά μοντέλα. Η διαμόρφωση τής «gay κουλτούρας», πέρασε από πολλά στάδια σε Αγγλία και Αμερική. Από την καταδίκη του Oscar Wilde και την «εισηγήτρια» του όρου «gay» Gertrude Stain, έως σήμερα, το θέατρο έπαιξε καίριο ρόλο σ’ αυτήν. Κι από τον Noel Coward και τον Tennessee Williams, μέχρι τον Mike Bartlett και τον Tony Kushner τής μετά AIDS εποχής, άφθονα δαιμόνια εξορκίστηκαν, χωρίς να εξαλειφτεί ωστόσο η ανάγκη neon cliché . Στην σύγχρονη Ελλάδα , μέσω κυρίως του μαζικού τηλεοπτικού πολιτισμού, καταφέρνει να συνυπάρχει το χιλιοαναμασημένο μοντέλο της υστερικής «αδερφής», με το ασφαλές πρότυπο του «εξελιγμένα» παραδοσιακού άντρα. Έξω απ τη βιτρίνα της οθόνης, με πόση άνεση μπορούν να συνδυαστούν και να συμβιώσουν, όλες οι αληθινές εκδοχές της «ανθρωπινότητας»; Στις συζητήσεις περί «ορθότητας», οι περισσότεροι από μας, στεκόμαστε αν όχι αμήχανοι ή «ανεκτικοί», πάντως Απέναντι στην ομοφυλοφιλία . Απ’ την απέναντι όχθη, σ’ ένα σημείο food for thought του έργου, ο ήρωας-κλειδί και καταλύτης δηλώνει, ότι δεν έχει καμια όρεξη να ενταχθεί στην «gay κοινότητα» - ως νεογκέττο, τον κάνει να αντιδρά. Μάλλον χρειαζόμαστε όλοι χρόνο, προκειμένου να αφήσουμε τα μετερίζια μας. Άλλωστε, το συλλογικό ασυνείδητο ακολουθεί παράλληλη τροχιά με το ατομικό: προχωρά αργά στο βηματισμό του.

Ο επιστήθιος φίλος με τον οποίο είχα τη χαρά να παρακολουθήσω την παράσταση, δεν θεώρησε υποχρεωμένο τον εαυτό του ως «gay» να ταυτιστεί με το έργο ή τους χαρακτήρες. Χωρίς να χρειάζεται τα «ιδιαίτερα» κυάλια, τα σχόλια του, ήταν το ίδιο διαυγή με το βλέμμα του. Εγώ πάλι, δεν αναρωτήθηκα αν του «ταιριάζει» κάποιος απ τους ρόλους, ή αν οι ηθοποιοί έπαιζαν τόσο πειστικά επειδή τους προσέγγισαν βιωματικά. Επιπλέον, παρότι δεν προσφερόταν κανένα πρόχειρο σημαιάκι ν’ αρπάξω, δεν αισθάνθηκα να αποκλείομαι απ’ τα διαδραματιζόμενα λόγω της γυναικείας μου «ιδιαιτερότητας». Αλλά και στην ατάκα «Ένας τέλειος γάμος, τρία παιδιά που ουρλιάζουν, βόλτα στο εμπορικό το Σάββατο…Αν θέλουν να ζουν σαν ζόμπι ας’ τους», όχι μόνο δεν είδα ένα στερεοτυπικό κώδικα να ραγίζει, αλλά να επαναφέρεται γυαλισμένος απ’ την ανάποδη, προς αμυντική χρήση.

Καθ’ όλη την πυρετώδη διάρκεια της παράστασης, είχα την αίσθηση, ότι οι ηθοποιοί, ακολουθούν κατά γράμμα τις οδηγίες του σκηνοθέτη Δημήτρη Κομνηνού. Τα σκηνικά και τα κοστούμια επιμελήθηκε ο Γιώργος Λυντζέρης. Οι Γιώργος Γιαννακάκος, Μάνος Κανναβός, Χάρης Μπόσινος, και ο νεότατος, παθιασμένος κι ακτινοβόλος Μαρίνος Παναγιωτάκης, ένιωσα ότι πιστεύουν πολύ στο έργο και δίνονται με ένταση και ψυχή. Σαν αποτέλεσμα, η πρόθεση του συγγραφέα περνά στους θεατές. Γιατί στα υπόγεια του υποσυστήματος που εκτίθεται γυμνό σε σκληρό φώς, το έργο πραγματεύεται την ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία. Το φόβο του μπροστά στην οικειότητα και το χάος, που καλύπτεται παρηγορητικά μέσα απ’ την ανανεούμενη σαρκική επαφή, και δαμάζεται μέσα απ’ τα παιχνίδια εξουσίας.

Χρειαζόμαστε όλοι έναν καλό καθρέφτη διπλής όψης, που να μας επιτρέπει μια διαπεραστική ματιά πάνω στην «πραγματικότητα», τις προκαταλήψεις, τον μικροαστισμό και τον πουριτανισμό μας, ώστε να επιτύχουμε μια καλύτερη σχέση με τον εαυτό μας, και μια πιο λειτουργική κοινωνία. Ίσως η τέχνη που τα διαθέτει αυτά, να μας δείχνει τον τρόπο-το θέατρο σίγουρα. Μαγνησίας 5 η διεύθυνση του συγκεκριμένου- η 3η Σεπτεμβρίου δεν είναι παρασκήνιο. Παντού στη ζωή γαμώτο παίζονται πολλά bloody δύσκολα games.

*Η Μαρία Δαμολή είναι συγγραφέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget