9/5/11

Μοστράρισμα



Διαβάστε το νέο διήγημα του Λουκά Θεοδωρακόπουλου με τίτλο "Το Μοστράρισμα" αποκλειστικά στο νέο Screw
που κυκλοφορεί τεύχος Μαΐου
Διαδικτυακά θα το βρείτε στο
www.screwmag.gr




στον Άρη

ΕΙΧΕ καρφώσει το βλέμμα του επάνω μου, όπως το φίδι πάνω στο πουλί. Καθισμένος μπροστά σ' ένα μαύρο, σιδερένιο, στρογγυλό τραπέζι, δίχως ποτό μπροστά του (δείγμα πως δεν είχε λεφτά και πως περίμενε κάποιον να τον κεράσει ή να τον προσκαλέσει στο τραπέζι του – μια ταχτική πολύ συνηθισμένη στα gay bars), με τα σκέλια του ανοιχτά, τα πόδια απομακρυσμένα το ένα απ' τ' άλλο και πατώντας χαλαρά στο έδαφος, το πανωκόρμι γερμένο προς τα πίσω, έτσι που το βάρος του κορμιού να πέφτει στα πισινά πόδια της καρέκλας, είχε τον δεξιό του αντίχειρα πιασμένο από τη ζώνη του παντελονιού, ενώ τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού ακουμπούσαν ελαφρά το αντίστοιχο μέρος του εφηβαίου του, όπου κατά τα φαινόμενα αναπαυόταν το πέος του. Το παντελόνι, χακί ανοιχτό, σχεδόν ζαχαρί, φτιαγμένο από το ελαφρά γυαλιστερό εκείνο βαμβακερό ύφασμα που χρησιμοποιούσαν κάποτε για τις καλοκαιρινές στολές των αξιωματικών του Πεζικού, αγκάλιαζε σφιχτά τους μηρούς, αφήνοντας να διαγράφονται οι δυνατοί μυώνες τους και οι παρυφές των στιβαρών επιγονατίδων, ενώ το πάνω μέρος του σώματος καλυπτόταν από ένα πολύχρωμο, εμπριμέ πουκάμισο, με αρκετά ανοιχτό γιακά στη βάση του λαιμού, που άφησε ακάλυπτο ένα κομμάτι του μελαψού, λείου του στέρνου. Ο λαιμός, όχι πολύ παχύς, δυνατός και αρυτίδωτος, κατέληγε σ' ένα σγουρόμαλλο κεφάλι, με μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, λίγο σμιχτά στη μέση και σκουροκόκκινα χείλη. Πιθανόν Ρουμάνος, Αλβανός ή Σέρβος, από 20 μέχρι 25 χρονών.
Καθώς με κοίταζε, με μισόκλειστα μάτια και το στόμα του ελαφρά ανοιχτό, που έδινε στο πρόσωπό του μια λάγνα έκφραση, τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού βάλθηκαν να πιέζουν ελαφρά το σημείο που έπρεπε να βρίσκεται το πέος του. Πράγματι, σε λίγο, ένα ελαφρό ανασήκωμα του υφάσματος έδειξε ότι το κοιμισμένο όργανο άρχιζε να ξυπνάει και, σιγά σιγά, καθώς η πίεση των δαχτύλων συνεχιζόταν μεθοδικά, διαγράφηκε σχεδόν ανάγλυφα, με λοξή κατεύθυνση, προς το αριστερό μέρος της κοιλιάς.
Στεκόμουν ακριβώς απέναντι, με την πλάτη στον τοίχο, μπροστά σε μια στενόμακρη, βοηθητική μπάρα, που δεν ήταν τίποτε άλλο από μια πολύ χοντρή σανίδα, τριάντα περίπου εκατοστών πλάτους και ενάμισυ μέτρου μήκους, με δύο σιδερένια πόδια στις άκρες, βιδωμένα στο σανιδένιο πάτωμα, κι έναν πάγκο, στο ίδιο μέγεθος, σχετικά χαμηλότερο, στεριωμένο με τον ίδιο τρόπο. Η απόσταση από το Νεαρό, σε νοητή ευθεία, δεν ήταν παραπάνω από δύο μέτρα. Σε σχέση με τα τραπέζια που απλωνόντουσαν μπροστά, η βοηθητική μπάρα βρισκόταν σε υψηλότερο επίπεδο, έτσι που καθισμένος εκεί είχες μια ολική θέα του χώρου, αλλά ταυτόχρονα ήσουν εκτεθειμένος στα βλέμματα των θαμώνων της μισής τουλάχιστον αίθουσας. Η τελευταία (προφανώς σαλοτραπεζαρία και χωλ μιας παλιάς κατοικίας) χωριζόταν σε δύο επίπεδα. Το ένα, καμιά δεκαπενταριά πόντους ψηλότερα απ' το άλλο, εκτεινόταν στο δεξιό μέρος και αποτελούνταν από μια ημικυκλική, μεγάλη μπάρα, πλαισιωμένη από ψηλά σκαμνιά, που στο ένα της άκρο άφηνε να διακρίνονται στο βάθος, αραδιασμένα στον τοίχο, τα ποικιλόχρωμα μπουκάλια των ποτών και το ηλεκτρονικό μουσικό συγκρότημα. Η μετωπική, προς τον τοίχο του βάθους, διάταξη της μεγάλης μπάρας, το υπερυψωμένο επίπεδο του πατώματος και η κυκλική τοποθέτηση των σκαμνιών, μαζί με την κάποια διαφορά στον φωτισμό και με δεδομένο το γεγονός ότι οι πελάτες που καθόντουσαν στα σκαμνιά είχαν αναγκαστικά γυρισμένη την πλάτη στο υπόλοιπο μισό της αίθουσας, όλα αυτά απομόνωναν μ' ένα παράξενο τρόπο το ένα τμήμα της αίθουσας από το άλλο, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους.
Αν αφαιρούσε κανείς τη μουσική που πλημμύριζε διαβρωτικά το χώρο, καθώς και τα δυο ψηλά, χαριτωμένα αγόρια (το ένα επί της υποδοχής, το άλλο να σερβίρει τους πελάτες που κάθονταν στα τραπέζια), το τελευταίο αυτό ήταν αληθινό. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι το υπερυψωμένο κομμάτι, με τη μεγάλη κυκλική μπάρα και το λιγότερο φως, αποτελούσε τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, ενώ το κομμάτι όπου ήμασταν καθισμένοι εμείς, με τις μαύρες, σαν κρατήρες ηφαιστείων, επιφάνειες των τραπεζιών και τα φωτισμένα διάκενα (σαν χαράδρες) τη φωτεινή. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι, ακόμα και χωρίς τη διακριτικότητα της κίνησής του, το αγόρι που καθόταν απέναντι μου, μπορούσε άνετα να μοστράρει το πέος του αποκλειστικά για μένα, πράγμα που θα ήταν αδιανόητο με τους θαμώνες της κυκλικής μπάρας στραμμένους προς το μέρος μας. Και το πράγμα γινόταν ακόμα πιο εύκολο αν σκεφτεί κανείς ότι, από τους τρεις φίλους με τους οποίους είχα μπει στο μπαρ, οι δύο στέκονταν όρθιοι απέναντι μου, με την πλάτη γυρισμένη στο Νεαρό, ο δε τρίτος, ο καθισμένος δίπλα μου στον πάγκο, χώρια που μίλαγε με τον αντικρινό του, ήταν και στουπί στο μεθύσι. Ένα ακόμα στοιχείο που διευκόλυνε το μυστικό μου τετ α τετ με το ξένο αγόρι, ήταν το συμπτωματικό γεγονός ότι την ώρα εκείνη (περίπου δύο μετά τα μεσάνυχτα) τα τρία τέσσερα γύρω του τραπέζια ήσαν άδεια, εκτός από ένα στην αριστερή γωνιά της αίθουσας, αρκετά απομακρυσμένο, όπου βρίσκονταν καθισμένοι δύο νεαροί, πανέμορφοι Καυκάσιοι.
Ενώ το τετ α τετ συνεχιζόταν, με το Νεαρό να γίνεται ολοένα και πιο προκλητικός, χαϊδεύοντας πια φανερά τη σηκωμένη ψωλή του, ο Άρης απέναντι μου με πληροφορούσε ότι είχε γνωρίσει τους δύο Καυκάσιους πριν από λίγες μέρες, στον ένα μάλιστα είχε δώσει και το τηλέφωνο του (και όπως συμβαίνει σ' αυτές τις περιπτώσεις, εκείνος δεν του τηλεφώνησε), ότι ήταν Ρωσοπόντιοι πρωταθλητές της ξιφασκίας, που είχαν έρθει πρόσφατα στην Ελλάδα με κάποιον τρόπο και η Γραμματεία Αθλητισμού τους είχε εντάξει στην αντίστοιχη ελληνική ομάδα, προκειμένου να πάρουν μέρος στους Ευρωπαϊκούς και Ολυμπιακούς αγώνες. Έμεναν κάπου στο Λυκαβηττό και έρχονταν συχνά – πυκνά στο μπαρ για να συμπληρώσουν προφανώς το γλίσχρο μισθό που τους έδιναν, πουλώντας το όμορφο, γυμνασμένο κορμί τους. “Ευτυχώς που υπάρχουν οι Έλληνες της Διασποράς για να μας βγάζουν ασπροπρόσωπους στους Ολυμπιακούς”, σχολίασε σαρκαστικά ο Άρης.
Μιλώντας μαζί του, προσπαθούσα ν' αποφύγω τη μαγνητική έλξη που ασκούσε πάνω μου το βλέμμα του Νεαρού, ο οποίος, έχοντας σίγουρα καταλάβει την ταραχή που μου προκαλούσε, δεν ξεκόλλαγε πλέον τα μάτια του από πάνω μου. Ένιωθα σαν έντομο που έχει πιαστεί στο δίχτυ της αράχνης και κάνει απεγνωσμένες προσπάθειες για να λυτρωθεί. Υπήρχε όμως κι ένας πρόσθετος λόγος που επιδείνωνε την κατάσταση μου, καθιστώντας την σχεδόν άθλια. Φεύγοντας, κατά τη μία μετά τα μεσάνυχτα, από το πρώτο μπαρ όπου είχαμε πάει, είχα ενδώσει στις προτροπές των φίλων μου, ιδίως του μεθυσμένου Μάκη, που μου ζητούσε φορτικά “σαν χάρη” να τους ακολουθήσω σ' αυτό που βρισκόμασταν τώρα και, κατά τη διαδρομή, για κάποιον άγνωστο λόγο, ένιωθα το στομάχι μου ν' ανακατεύεται. Μπαίνοντας στην αίθουσα του μπαρ, είχα πεισθεί μέσα μου ότι το λογικότερο που είχα να κάνω ήταν να πάρω ένα ταξί και να επιστρέψω στο σπίτι μου, πράγμα που απαιτούσε ωστόσο μια πιεστικότερη αιτία από ένα “Δε νιώθω καλά”, ιδίως για τον μεθυσμένο Μάκη που ήταν έτοιμος να προσβληθεί με το παραμικρό. Αντί γι' αυτό, κι ενώ σκεφτόμουνα πώς θα κατάφερνα να βγω απ' τη δυσάρεστη θέση που βρισκόμουν, είχα αφεθεί να παρασυρθώ από το ζωηρό “ενδιαφέρον” του Νεαρού που μου έκανε καμάκι, και ο οποίος, εκτός από το στηλωμένο πάνω μου, γεμάτο πονηριά και σημασία βλέμμα, είχε εκτείνει τώρα την πολιορκητική του τακτική, επεκτείνοντας τις κινήσεις των δακτύλων του από το αναγραφόμενο ανάγλυφα πέος μέχρι το κάτω μέρος των λαγόνων του.
Ψιθύρισα στον Άρη τι μου συνέβαινε, πρώτα για το στομάχι και μετά για το Νεαρό. Μου έδωσε να πιπιλίσω ένα Maalox μήπως και μου περάσει η ναυτία και, υπακούοντας στην υπόδειξη μου, γύρισε αργά αργά και με τρόπο το κεφάλι για να μπορέσει να δει, με την άκρη του ματιού του, το ξένο αγόρι.
- Αλβανός, είναι, τον ξέρω, με πληροφόρησε. Σου αρέσει;
Απάντησα πως στην κατάσταση που βρισκόμουν, με το στομάχι μου άνω – κάτω, αυτό ήταν το λιγότερο που μπορούσα να σκεφτώ. Ήμουν σίγουρος πως δεν έλεγα ψέμματα και πως, στο βάθος, εκείνο που εννοούσα ήταν πως, στην αντίθετη περίπτωση, θα το συζητούσα.
- Πάντως έχω μάθει πως είναι καλό παιδί, συνέχισε ο Άρης... Και τα κάνει όλα...
Σκεφτόμουν επίμονα την τουαλέτα. Ξεκινώντας από παρόμοιες περιπτώσεις (βάρος στο στομάχι και ναυτία), κατάλαβα πως δεν είχα μπορέσει να χωνέψω το λιγοστό φαΐ που είχα φάει στην ταβέρνα, παρά τα δύο μπουκάλια κόκα-κόλας που είχα πιει μαζί με το κρασί μου, και πως αρκούσε να βάλω τα δάχτυλα μου, όπως έκανα συνήθως, και να τα βγάλω όλα, για να συνέρθω αμέσως. Με σταματούσε ωστόσο η σκέψη ότι βρισκόμουνα σε ξένο χώρο και ότι δεν αποκλειόταν καθόλου να μ' έπαιρναν χαμπάρι απ' έξω και να γινόμουνα ρεζίλι, αναστατώνοντας τους θαμώνες του μπαρ ή προκαλώντας τη θυμηδία τους. Έτσι, όταν λίγο αργότερα, υπακούοντας σε μια παράλογη όσο και ακατανίκητη παρόρμηση, πέρασα μπρος από το Νεαρό κοιτάζοντας τον, και κατευθύνθηκα προς την τουαλέτα, ήμουνα βέβαιος ότι δεν το έκανα ούτε για να ξαλαφρώσω το στομάχι μου (ένιωθα ήδη κάπως καλύτερα), ούτε για να ουρήσω (αυτό το είχα κάνει μόλις μπήκαμε στο μπαρ), αλλά για να του δώσω να καταλάβει ότι ανταποκρινόμουν στην πολιορκία του! Ότι η κίνησή μου είχε αυτό το νόημα, αποδειχνόταν από το γεγονός ότι, ευρισκόμενος μέσα στην τουαλέτα, μπροστά στη λεκάνη, άλλο δεν έκανα απ' το ν΄ αφουγκράζομαι, ν' ακούω το άνοιγμα της πόρτας (έτριζε έντονα καθώς την άνοιγες), η οποία, μπάζοντας σ' ένα μικρό διάδρομο, οδηγούσε στο καμαράκι της τουαλέτας, σχεδόν απέναντι. Περισσότερο από συνήθεια, παρά από κάποια παράλογη ελπίδα ότι θα ήταν δυνατό ο Αλβανός να μπει στην τουαλέτα, προτού ο ίδιος να βγω έξω (κάτι τέτοιο ξεπερνούσε τα όρια και τις πιο παράτολμης ταχτικής σ' αυτές τις περιπτώσεις, και καταντούσε αυτόχρημα επικίνδυνο), είχα αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη. Τι θα έκανα ωστόσο στην περίπτωση που ο Νεαρός θα μ' ακολουθούσε; Θα σταματούσα στο διάδρομο και θα μιλούσα μαζί του; Θα του έδινα ραντεβού για την άλλη μέρα; Θα του ζητούσα να κάνουμε συντροφιά το ίδιο βράδυ; Το τελευταίο αυτό αποκλειόταν και λόγω της αδιαθεσίας μου (ήδη ένιωθα άσχημα με τον εαυτό μου που είχα μπει σε τέτοιον πειρασμό), και λόγω του προχωρημένου της ώρας. Παρά τις διαβεβαιώσεις του Άρη ότι επρόκειτο για “καλό παιδί”, δεν ήμουνα τόσο τρελός ή τόσο απελπισμένος για να κουβαλήσω στο σπίτι μου ένα ξένο πλάσμα που δεν γνώριζα καθόλου και δε μπορούσα να είμαι βέβαιος για τις απώτερες διαθέσεις του ή τη ροπή του προς το κακό, ξέροντας ήδη πολύ καλά πόσο εύκολα ένας ομοφυλόφιλος, και μάλιστα περασμένης ηλικίας, μπορεί να γίνει το εξιλαστήριο θύμα της κοινωνικής μισαλλοδοξίας. Όσο για το ραντεβού της άλλης μέρας, με την απαραίτητη ανακριτική διερεύνηση πριν καταλήξεις σε κλειστό χώρο, και στο σημείο που αυτή ήταν δυνατή λόγω του φράγματος της γλώσσας, η πείρα είχε αποδείξει ότι δεν είχε σχεδόν κανένα νόημα, δεδομένου ότι τα πλάσματα αυτά (Αλβανοί και Ρουμάνοι κατά κύριο λόγο) δεν είχαν καμιά συνέπεια και σπάνια, αν όχι ποτέ, τηλεφωνούσαν. Υποχρεωμένοι να περιφέρονται νύχτα – μέρα στα διάφορα “στέκια” για να κερδίσουν το ψωμί τους (με μερικές ώρες ανάπαυλα για ύπνο δύο – δύο, τρεις – τρεις, στα ξενοδοχεία τέταρτης κατηγορίας γύρω απ' την Ομόνοια και την Πλατεία Βάθης) δεν επέτρεπαν στον εαυτό τους τέτοιες πολυτέλειες και δεν είχαν αποχτήσει κανενός είδους “επαγγελματική συνείδηση”, χώρια που κινδύνευαν κάθε στιγμή, λαθρομετανάστες όπως ήσαν, να πέσουν στα χέρια της Αστυνομίας και να βρεθούν στο άψε - σβήσε, πάλι και πάλι, έξω απ' τα σύνορα. Αυτό δεν σήμαινε ωστόσο πως δεν υπήρχαν ανάμεσά τους και μερικά παιδιά με τα οποία μπορούσες να δημιουργήσεις μια κάπως ανθρώπινη σχέση, και δεν ήσαν σπάνιοι οι ομοφυλόφιλοι που συζούσαν μαζί τους για κάποιο διάστημα ή (αν ήσαν επαγγελματίες) τα έπαιρναν στις δουλειές τους.
Με την καρδιά μου να χτυπάει άτακτα, είχα μείνει στην τουαλέτα περισσότερο χρόνο απ' όσο θα δικαιολογούσε ένα απλό κατούρημα και, μέσα στην ταραχή μου, δεν ήμουν εντελώς βέβαιος αν ήταν ή όχι το τρίξιμο της πόρτας ο θόρυβος που είχα ακούσει. Βιάστηκα να κλείσω το φερμουάρ του παντελονιού μου και σχεδόν σίγουρος ότι ο Νεαρός με περίμενε απ' έξω, άνοιξα την πόρτα και βγήκα στο διάδρομο. Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο διάδρομος ήταν άδειος! Στάθηκα για μια στιγμή αμήχανος και ξαναγύρισα στη θέση μου ελαφρά απογοητευμένος αλλά και ανακουφισμένος ταυτόχρονα: είχα βγει από μια πολύ δύσκολη θέση. Πιο μεγάλη ωστόσο ήταν η έκπληξή μου, όταν διαπίστωσα ότι ο Νεαρός όχι μονάχα δεν καθόταν πια στο απέναντί μου τραπέζι, αλλά ότι είχε κιόλας μετακομίσει στο βάθος της κυκλικής μπάρας, όπου συνομιλούσε μ' ένα μεσήλικα κύριο. Ο Άρης με πληροφόρησε ότι κατά τη διάρκεια της απουσίας μου ο εν λόγω κύριος είχε στείλει με το γκαρσόνι ένα ποτό στο Νεαρό και ότι εκείνος, ανταποδίδοντας την φιλοφρόνηση – πρόσκληση, είχε πάει κοντά του.
- Τον έχασες, πρόσθεσε ο Άρης.
- Ευτυχώς... απάντησα αινιγματικά.
Ήμουν πραγματικά ανακουφισμένος αυτή τη φορά, σαν να είχα απαλλαγεί από κάποιον πολύ συγκεκριμένο φόβο. Έχοντας συνέρθει εντελώς από την αναστάτωση που μου είχε προκαλέσει με την χειρονομία του, εύρισκα την συμπεριφορά του θρασύτατη και, κατά κάποιο τρόπο, επικίνδυνη. Έδειχνε άνθρωπο πολύ “προχωρημένο”. Ο Άρης συμφώνησε πως είχα δίκιο.
Σε λίγο και καθώς το άλλο ζευγάρι των φίλων μας αποχαιρετούσε για να πάει για ύπνο (μένανε μαζί), ενώ παράλληλα η αδιαθεσία μου είχε περάσει, βρεθήκαμε να καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι με τους Ρωσοπόντιους αθλητές της ξιφασκίας στην άλλη άκρη της αίθουσας, προσπαθώντας να συνεννοηθούμε με τα ελάχιστα εγγλέζικα που ήξερε ο ένας από τους δύο...
Υ.Γ. Ένα χρόνο αργότερα, Νοέμβρη μήνα, καθώς διασχίζαμε τη Λεωφόρο Συγγρού γύρω στα μεσάνυχτα, για να πάμε στο ίδιο γκέι μπαρ, ο Άρης κατηύθυνε την προσοχή μου σ' ένα νεαρό άντρα, με μουστάκι, πολύ καλοντυμένο, που αγόραζε τσιγάρα από το περίπτερο.
- Ξέρεις ποιος είναι αυτός; με ρώτησε.
- Όχι.
- Ο Νεαρός που σου έκανε καμάκι...
Τον κοίταξα περίεργα. Ήταν κοντός, φόραγε γραβάτα, και το δέρμα του είχε πάρει τη χαρακτηριστική εκείνη ασπράδα που δίνει η καλοπέραση, το συχνό λούσιμο και ο ύπνος σε καθαρά σεντόνια. Είπα στον Άρη την εντύπωσή μου.
- Τον έχει σπιτώσει εκείνος ο χοντρός μεσήλικας που ερχόταν στο “Πικαντίλλυ”, μου εξήγησε.
Τον ξανακοίταξα καθώς περνούσαμε δίπλα του και μου φάνηκε τελείως ασήμαντος.

Δεκαετία '90
Λουκάς Θεοδωρακόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget