10/7/11

Αλλάζοντας θέσεις


qvzine 4 -- αρρενωπότητες


Είδα την έρημη, άγνωστη χώρα. Στον ουρανό φάνηκαν ραγισματιές ώχρας. Μ’ έναν αβάσταχτο κόπο αναλογίστηκα. Έπρεπε να βρω μια δουλειά να ζήσουμε εγώ κι αυτός. Έσκυψα και τον βοήθησα να σκαρφαλώσει πάνω μου. Τον σήκωσα στους ώμους μου. Ήταν πολύ ελαφρός. Τα αδύναμα γόνατά του σμίξαν τρομαγμένα στο λαιμό μου. Βγήκαμε φύγαμε πήγαμε. Μακριά βαθιά μέσα στην ξένη πόλη. Χρόνια να περιφέρομαι και να κουβαλώ τον πατέρα στους ώμους μου. Με ό,τι βρω τον συντηρώ και ζω κι εγώ μαζί του.

Γ. Χειμωνάς


Η ταυτότητα λέει κάτι για το μέλλον. Απαντά σε θεμελιώδη ερωτήματα για την αγωνία της ύπαρξης, στο «Ποιοι είμαστε» και «Τι θα γίνουμε». Μ’ αυτή την έννοια, η ταυτότητα μας προστατεύει από τους κινδύνους μιας ζωής που είναι τόσο τυχαία και συμπτωματική, ώστε καμία στιγμή να μην μας προετοιμάζει για την επόμενη. Ακριβώς γι’ αυτό λοιπόν χρειάζεται η ταυτότητα, επειδή δεν υπάρχει. Η παραδοξότητα αυτή βρίσκεται στην καρδιά της υποκειμενικότητάς μας. Για να ζήσουμε και να δημιουργήσουμε, χρειαζόμαστε ασφάλεια. Για να συνεχίσουμε να ζούμε και να δημιουργούμε, χρειάζεται να την αμφισβητούμε, να τη δοκιμάζουμε, να την εγκαταλείπουμε. Να εγκαταλείπουμε τους εαυτούς μας για να αφεθούμε στους άλλους. Να δεχόμαστε ότι οι άλλοι, αν και είναι κομμάτι του εαυτού μας, δεν είναι πάντα αυτό. Ότι μπορεί να φύγουν, να αλλάξουν και μετασχηματιζόμενη η σχέση μας να κλονίσει ένα κομμάτι του δικού μας, αποκλειστικού, έρημου κόσμου. Να μας θυμίζουν τη μοναξιά και την ιδιαιτερότητά μας.

Ένα από τα νοήματα που ρυθμίζουν και ελέγχουν τα όρια των κοινωνικών σχέσεων είναι το γεγονός ότι αυτές που προσαρμόζονται στις νόρμες χωρίς κανέναν προβληματισμό για τους όρους με τους οποίους υπάρχουν και συνδέονται οι άνθρωποι που τις συγκροτούν, θεωρούνται αυτονόητες. Η σχέση μου με τη μάνα μου, η σχέση μου με τον πατέρα μου, η σχέση της μάνας μου με τον πατέρα μου, η σχέση μου με τον γκόμενό μου, η σχέση μου με την κοπέλα του πρώην μου είναι συστήματα πολιτικά διότι λίγα περιθώρια έχουν επιτραπεί στη διαχείρισή τους. Υπάρχει πάντοτε ένα σενάριο δεδομένο που έχει γραφτεί πριν όλοι αυτοί ανέβουν στη σκηνή. Υπάρχει μια ηθική δέσμευση απέναντι σε μια κοινωνία που σου λέει ότι, προκειμένου να ανανεώσεις την κάρτα μέλους σου, δεν θα πρέπει να διαταράξεις τη δημόσια ειρήνη. Όχι επειδή θα σε κυνηγήσουν, θα σε στείλουν στη φυλακή ή θα σου κάνουν βασανιστήρια, αλλά επειδή δεν θα σε αναγνωρίζουν ως δικό τους, κι όταν αυτή η κατάσταση της ξενότητας παγιωθεί ούτε που θα χρειαστεί να σε κοιτάνε. Κάθε φορά που υπάρχει μια ρωγμή, μια στοιχειώδης ανωμαλία, μια αλλόκοτη εκδοχή του σχετίζεσθαι, δημιουργείται ένας λόγος γύρω από αυτή την παραβίαση. Λόγος που δεν είναι πάντα εξόφθαλμα αστυνομευτικός και κατασταλτικός, αλλά και θετικός, χιουμοριστικός• ένα βλέμμα, μια κουβέντα, ένα αστείο βάζουν τα πράγματα (και τα υποκείμενα) στη θέση τους. Αν το να αμφισβητείς αυτά τα δεδομένα είναι κάτι που δημιουργεί συγκρούσεις, το να βιώνεις ως ανοίκεια τα αυτονόητα είναι το λιγότερο πηγή αγωνίας. Αλλά ταυτόχρονα, το πιο πρόσφορο πεδίο δημιουργίας.

Για να μπορούμε όλοι μας, αλλά κυρίως όλες μας, να αναγνωρίζουμε τη διαφορετικότητά μας, χρειαζόμαστε ως προϋπόθεση τις αποστάσεις μας από τους άλλους• η στιγμή δηλαδή που γινόμαστε υποκείμενα και μπορούμε να πούμε «είμαι εγώ», είναι η στιγμή που πρέπει ταυτόχρονα να παραδεχτούμε ότι δεν είμαι εσύ, ούτε αυτός. Οι άλλοι είναι ξένοι για μένα. Γι’ αυτό, πρόκειται για μια στιγμή πόνου και ταυτόχρονα απόλαυσης. Μια στιγμή δημιουργίας και απελευθέρωσης και ταυτόχρονα αποχωρισμού και αποκλεισμού. Κι αυτή η στιγμή ίσως να είναι απαραίτητη και θεμιτή, σαν ένα σημείο μιας διαδρομής που —όπως η στάση στο ταξίδι— είναι προϋπόθεση και άρνησή του. Αν όμως ένα υποκείμενο παγιωθεί σε μια θέση, δημιουργεί έναν πόλο εξουσίας, έναν τρόπο να υπάρχει επιθετικά απέναντι στους άλλους. Γι’ αυτό, το επαναστατικό υποκείμενο είναι μπαλαμούτι ακόμα και στο δρόμο που χάραξε ο Ντουρούτι. Για να είναι βιώσιμες οι σχέσεις που συνάπτουμε, άρα και ο εαυτός, χρειάζεται η μετάβαση σε κάτι άλλο, στην άρνησή του, στον μη εαυτό, στον Άλλο. Με αυτή την έννοια, η αυτοκαταστροφή είναι δημιουργία με έναν τρόπο που ο Μπακούνιν δεν είχε φανταστεί ποτέ. Προκειμένου να αναπαράγεται η κυρίαρχη τάξη, ωστόσο, και οι ιεραρχίες της, αυτή η αποδόμηση είναι απαγορευμένη. Δεν μπορούμε να διανοηθούμε τους εαυτούς μας σε άλλες θέσεις, χωρίς να τραυματιστούμε από αυτή τη μετακίνηση ακόμα και αν γίνει στη φαντασία μας. Και επειδή μας ανακουφίζουν μοτίβα οικειότητας, θα λάβουμε τις θέσεις που κληρονομήσαμε και, ακόμα κι αν δεν περνάμε καλά, θα νιώθουμε ασφάλεια σ’ αυτές. Θα μας αναγνωρίζουν, θα μας χειροκροτούν. Αυτό που στις διαφημίσεις το λένε ευτυχία. Και δεν είναι παρά η κρυφή γοητεία της εξουσίας. Η απόλαυση των τελετουργικών της.

Η γενεαλογία των ασύμμετρων έμφυλων σχέσεων, της δημιουργίας δύο φύλων μέσα από την πειθάρχηση των υποκειμένων σε απολύτως προκαθορισμένες και δεσμευτικές σωματικές εκδοχές και έμφυλους κώδικες, θέσεις από τις οποίες θα μπορούν να αναγνωρίζονται και να ασκούν κοινωνική δράση, ήταν μια μακροπρόθεσμη διαδικασία και ένα λαμπρό πολιτικό επίτευγμα των μοντέρνων καιρών. Ό,τι αναγνωριζόταν ως βιολογικός άνδρας έπρεπε να περιέχει και συγκεκριμένες ποιότητες χαρακτήρα, να είναι σκληρός, δυνατός, προστατευτικός, προκειμένου να στηρίζει την οικογένεια και την ιδιοκτησία του, να είναι ασυγκίνητος και απέχοντας από τα βιώματά του να δύναται να παρουσιάσει στην κοινότητα των υπόλοιπων ικανών ανδρών τα επιτεύγματά του. Οι θηλυκές πλευρές ενός τέτοιου χαρακτήρα έπρεπε να προβληθούν σε κάποια άλλη κοινωνική υποκειμενικότητα η οποία θα επιτελούσε την αρνητική εκδοχή του ανθρώπου, θα ήταν ο μη άνθρωπος. Οι γυναίκες και οι ομοφυλόφιλοι οφείλουν να ενσωματώνουν την παθητικότητα, την έλλειψη κυριαρχίας πάνω στον εαυτό και τα πάθη του, την απροθυμία και ανικανότητα για δράση και άλλες ποιότητες κοινωνικά περιθωριοποιημένες και ανυπόληπτες. Οποιοσδήποτε κλονισμός του πολιτικού αυτού συστήματος επιβαρύνει με συγκεκριμένες κυρώσεις όποιους και όποιες δεν εκπληρώνουν σωστά το φύλο τους. Επιπλέον, τα υποκείμενα είναι εξαρχής έμφυλα και σεξουαλικοποιημένα. Αυτό σημαίνει ότι η μετακίνηση από τον έναν ψυχισμό στον άλλο, πέρα από τον κοινωνικό έλεγχο που δεν επιτρέπει μεγάλους ελιγμούς διότι μας παγιδεύει σε συγκεκριμένους ρόλους, η μετακίνηση αυτή συνιστά τραύμα. Χρησιμοποιώ τη λέξη αυτή με όλο το καταστροφικό φορτίο που η έννοια αυτή κουβαλά.

Το οικογενειακό μας έπος στοιχειώνεται από ένα σκοτεινό σημείο. Η οικονομική καταστροφή, που για τον κώδικα αξιών της συγκεκριμένης οικογένειας αποτέλεσε ένα τεράστιο πλήγμα, συνοδεύτηκε από τέτοιες αναμενόμενες τραυματικές ανατροπές. Η μάνα μου προσέθεσε στην έμφυλη δράση της κι άλλες σημασίες, αφού περιέπεσε σε μια κατάθλιψη. Η εικόνα της ως παθητικής γυναίκας και η ζωή ως δράμα που μέχρι τότε έτσι κι αλλιώς ζούσε, κλινικοποιήθηκε και πήρε σάρκα και οστά με τους γιατρούς και τα φάρμακα που συμπλήρωναν την καθημερινή νοσηρή της εικόνα. Ήταν πράγματι ένα δυσάρεστο και άδικο βίωμα για την έφηβη που ήμουν εκείνη την εποχή. Παρόλο που με διαμόρφωσε —αφού ένα κομμάτι μου έχει ταυτιστεί απόλυτα με τη γυναικεία αυτή μορφή, ένα κομμάτι μέσα μου που με ντροπιάζει και με θυμώνει γιατί είναι μια απολύτως ενοχοποιημένη αντίδραση σε μια καταστροφή οποιουδήποτε είδους—, ωστόσο δεν αποτελούσε μια απειλητική συνθήκη. Μπορεί να ενσωμάτωνε τον φόβο για μια ύπαρξη που είναι αδύναμη να δράσει και μπορεί από μόνη της να τρωθεί από την ίδια της τη σωματοποιημένη παραίτηση, αλλά η μάνα μου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτή τη μορφή ζωής βίωνε όσο τη γνώριζα.

Ο πατέρας μου έπαιξε μια άλλη σκηνή αυτού του δράματος. Η απώλεια της δουλειάς του οδήγησε σταδιακά στην απώλεια της αρρενωπότητάς του. Κι αυτός ο μετασχηματισμός που δεν προστατευόταν από κάποιο σχήμα που ευαγγελιζόταν ότι οι άνθρωποι αλλάζουν, παρά βιωνόταν στο σκοτεινό δράμα της καθημερινής ζωής, ήταν πράγματι τρομακτικός και απειλητικός. Διότι όταν ο πατέρας μου άλλαξε τους κώδικές του, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να πάθει οτιδήποτε δεν είχα διανοηθεί ποτέ γι’ αυτόν. Έπειτα η μάνα μου είχε ήδη φτιάξει μια αφήγηση που παρουσίαζε τον εαυτό της ως θύμα και σχεδίασε σχεδόν το τέλος αυτού του Γολγοθά. Ο πατέρας μου δεν είχε λόγο. Ο αυταρχικός, δυνατός, προστατευτικός, κυρίαρχος εαυτός του τον πρόδωσε στη μέση της διαδρομής. Με άλλη φωνή, με άλλο σώμα, με άλλο σενάριο στα χέρια μού ζητά να τον βοηθήσω. Τώρα πια, εγκαλεί τον δικό μου αρρενωπό εαυτό που ποτέ πριν δεν αναγνώρισε, γιατί τον έχει ανάγκη. Αν εξ ορισμού η ενηλικίωση είναι εξαιρετικά οδυνηρή, αφού η ωριμότητα βάζει ένα όριο στη χαρά και στην ανεμελιά μας, στην περίπτωση που το υπόβαθρο στο οποίο χρειάζεται να θεμελιώσεις έναν αυτοκυριαρχούμενο εαυτό έχει τραυματιστεί, τα βάρη της ενηλικίωσης είναι δυσβάστακτα. Το δημιούργημα της εξουσίας που έχεις γίνει και η ζωή που σε καλεί να κάνεις αυθυπερβάσεις απέχουν τόσο περισσότερο όσο πιο βαθιές είναι οι ψυχικές ρωγμές σου. Όσο πιο προστακτική ήταν η έμφυλη συγκρότησή σου. Το άνοιγμα του πατέρα μου στην ετερότητα που αποτελούσα γι’ αυτόν τα περισσότερα χρόνια της κοινής ζωής μας, ήταν το αποτέλεσμα της κλονισμένης αρρενωπότητάς του. Την ίδια στιγμή κλόνιζε τη δική μου θέση σ’ αυτόν τον κόσμο. Και όλα αυτά που βιώθηκαν ως καταστροφή θα μπορούσαν απλά να επικοινωνούν έναν εαυτό ως κομμάτι του Άλλου και την τρωτότητά μας ως μια άλλη δυνατότητα του σχετίζεσθαι.

1 σχόλιο:

nephilim είπε...

http://damnedpoetry.blogspot.com/2011/07/blog-post_7959.html

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget