13/7/11

Παρτάλι


«Μεγάλωνα και ήμουν ένα καρναβάλι σαν κι εκείνα που έβγαιναν Καθαρή Δευτέρα στο χωριό και έκαναν παρέλαση. Σας μίλησα για τα γκουλιάρια; Έβγαιναν τα αγόρια και έτρεχαν γυμνά με τις τσάπες και τις τσουγκράνες στα χέρια. Ήξερα ότι εγώ ποτέ δεν θα τρέξω μαζί τους ούτε θα πειράζω τα κορίτσια και τις γυναίκες, που τσίριζαν και γελούσαν με το θέαμα. Υπέφερα τις Απόκριες, δεν ήξερα τι να ντυθώ. Και μια φορά που ντύθηκα με αντρικά ρούχα και πήγαμε ντυμένες εγώ, η Αλόη κι η Φρειδερίκη σε ένα γειτονικό σπίτι, αμέσως με κατάλαβαν πέθαναν από τα γέλια. Δεν τους ξεγέλασα.

Αναγκαζόμουν να φέρομαι και να σκέφτομαι σαν κορίτσι. Δεν είχα γεννηθεί κοπέλα, πίστεψέ με, ήμουν δεκατέσσερα και έβλεπα μπερδεμένα όνειρα που σήμερα αν τα άκουγαν οι ψυχίατροι, θα με παρουσίαζαν μαζί τους στα συνέδρια. Ονειρευόμουν πώς έκανα έρωτα με κορίτσια που ήταν όμως ντυμένα αγόρια. Μπέρδευα το gender, τα sexes, τη ταυτότητα όπως θα έλεγα και καμιά φορά σηκωνόμουν την νύχτα να αλλάξω το βρακί μου που το λέρωνα... Με έπιαναν τα κλάματα τότε.

Στο χωριό όλοι δήθεν με αγαπούσαν όμως ήμουν ο περίγελως. Δεν θα ξεχάσω μια φορά που ήρθαν κάτι κουμπαριά της Μαρίκας, που είχαν μια άσχημη κόρη παντρεμένη στην Αθήνα. ΄Ηρθαν να δούνε το χωριό και πήγανε στα εκκλησάκια και στο κάστρο και ύστερα πέρασαν από την αυλή μας απέξω, δήθεν τυχαία. Ακούω την Μαρίκα- μια ζωή στερημένη από άντρα- να λέει, «εδώ μένει... που σας έλεγα...»

Ήθελαν οι Αθηναίοι να με δούνε και φώναξαν πρώτα την μάνα μου. Βγήκα έξω και όταν με είδαν σαν αξιοθέατο κατάλαβα ότι δεν με έπαιρνε άλλο να ζω έτσι και σηκώθηκα και έφυγα».



(απόσπασμα από τον μονόλογο «Το Παρτάλι» βασισμένος στο ομώνυμο μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget