14/7/11

Ανάμεσα στο τικ και στο τακ..


Ανάμεσα στο τικ και το τακ του ρολογιού, στα κουτάκια της ύπαρξής μας, εκεί που φωλιάζουν οι φόβοι και λαγοκοιμούνται οι επιθυμίες, είκοσι και μία ιστορίες μιλάνε γι’ ανθρώπους που αναποδογυρίζουν τη ζωή ώστε να δουν τι γράφει στην ανάποδη πλευρά.

Το όγδοο βιβλίο μου, Ανάμεσα στο τικ και το τακ, είναι ένα βιβλίο που δεν χωράει εύκολα στις τακτοποιημένες κατηγορίες μυθιστόρημα, διήγημα, παραμύθι, νουβέλα. Είναι παραμύθια για μεγάλους· για κακά παιδιά, όπως λέει ο υπότιτλος. Κακά με την έννοια ότι δεν κάθονται ήσυχα κι ωραία εκεί που τα βάζουν, αλλά τσιγκλίζουν την πραγματικότητα για να τη φέρουν στα δικά τους μέτρα. Η όχι καλή πριγκίπισσα ψάχνει ξεσκονόπανα γι’ αστρόσκονη, η κακιά η ώρα γυρεύει ένα πιάτο ζωή, άνθρωποι μεταμορφώνονται σε πλαστικά φυτά, συγγραφείς σκοτώνουν λέξεις, φωτοτυπικά σκαρώνουν σκανταλιές, παλικάρια ξεπλέκουν το πουλόβερ της ζωής τους και γλυκοφίλητα βασιλόπουλα προσπαθούν να ξεφύγουν από ερευνήτριες ρύπανσης.

Τα παραμύθια μου αφηγούνται ιστορίες για καθημερινούς, παράξενους ανθρώπους. Όπως όλες/οι μας. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τετράγωνο.

Οι ρυτίδες του μπαμπά (απόσπασμα)
Η πόλη απλωνόταν σαν μελάνωμα πάνω στη γη, μεγάλη, γκρίζα και άναρχη. Σε μια πιθαμή αυτής της θορυβώδους πόλης, σ’ ένα γερασμένο διαμέρισμα με μεγάλα καθαρά παράθυρα και υπομονετικά παρκέ, ζούσε μια οικογένεια. Ήταν μια οικογένεια από αυτές που δε δείχνονται σε χαμογελαστές διαφημίσεις γάλατος ή ασφαλειών ζωής, μα που υπάρχουν σε πείσμα του κακού κοινωνικού καιρού. Ο μπαμπάς λεγόταν Μέλης και είχε βλέμμα μαλακό σαν αναπαυτικό καναπέ για να κουρνιάσεις και να ζεσταθείς. Η αγκαλιά του ήταν σαν φρεσκοψημένο ψωμάκι και το στόμα του εύκολα σκάλωνε σε απλόχερα χαμόγελα. Μονάχα το αυλακωμένο μέτωπό του πρόδιδε τις καταιγίδες που μαίνονταν στο νου του. Τις καταιγίδες τις σήκωνε ο βοριάς των ευθυνών που φυσούσε στη μεγάλη εταιρεία όπου δούλευε. Ο ψυχρός αέρας τού απίθωνε κάθε μέρα καινούριες ασήκωτες ευθύνες, κουβάδες ανταγωνισμού και ματσάκια πισώπλατων μαχαιρωμάτων.
Ο άλλος μπαμπάς, ο Άρης, είχε στα μάτια του τη θάλασσα που ποτέ δεν ημερεύει. Φούντωνε από φαντασία, και οι ιδέες και τα πειράγματα ξεχείλιζαν από τις παραγεμισμένες τσέπες του μυαλού του. Ο Άρης δούλευε στο απάγκιο του σπιτιού· έπαιρνε κείμενα, τα έτρωγε και τα ξαναγεννούσε σε άλλες γλώσσες. Έλαμπε από αγάπη για το σύντροφό του, και τα γαλανά του μάτια άναβαν σαν χιλιόφωτα αστεράκια κάθε φορά που τ’ ακουμπούσε στον Μέλη. Είχαν οι δυο τους πλέξει αγάπη με ύφανση ανθεκτική στον προδότη χρόνο και στα πειραχτικά βλέμματα που έψαχναν να βρουν ρωγμές για να χωθούν και να στάξουν δηλητήριο.
Ο Άρης και Μέλης είχαν δυο παιδιά. Κι αν σας γαργαλούν τη γλώσσα τα πώς και τα γιατί, κι η περιέργειά σας ξύνει το χαρτί για να βγάλει ζουμάκι, θα σας πω πώς τα απέκτησαν, μα έχει λίγη σημασία. Για τον Άλκισσο και τη Νιαγέν, τα δυο παιδιά τους, αυτό που είχε σημασία ήταν ότι κολυμπούσαν σ’ ένα πέλαγος αγάπης, τρώγανε όσες μερίδες φροντίδας τράβαγε η ψυχή τους κι είχαν θαλπερές αγκαλίτσες για να χωθούν, ήρεμες φωνές που δε χαράκωναν τ’ αυτιά ή τις καρδιές τους. Τι κι αν ο παροιμιώδης πελαργός έκανε υπερωρίες ως το Βιετνάμ για να φέρει την ορφανή Νιαγέν… Τι κι αν ο Άλκισσος είχε έρθει στον κόσμο με κάτι λιγότερο στο σώμα από τ’ άλλα τα παιδάκια… Άλλο το καλούπι του, όμως ποιος θα τολμούσε να ’λεγε άλλη καρδιά και ανάγκες;
Η ευτυχία, λιτή και μαζεμένη, άφηνε καθημερινά στο κατώφλι της οικογένειας μικρές μερίδες φαγητού. Όταν γυρνούσε ο Μέλης από την άχαρη δουλειά του το βράδυ, άφηνε στο κεφαλόσκαλο τις έγνοιες κι αγκάλιαζε τον Άρη και τα δυο παιδιά τους. Ύστερα μαζεύονταν γύρω από το τραπέζι κι έλεγαν τις ιστορίες της ημέρας. Μίλαγε η εξάχρονη Νιαγέν για το σχολείο και τις γνώσεις που είχε κορφολογήσει σήμερα, μίλαγε κι ο Άλκισσος για το ειδικό σχολείο που πήγαινε για να μάθει να κάνει αυτά που κάνουν οι άλλοι με τρόπους που να μη σκοντάφτουν στο σώμα του. Μίλαγε και ο Άρης για τα κείμενα που είχε φάει και μηρυκάσει σήμερα, για τις παράξενες λέξεις και τις στραμπουλιγμένες σκέψεις που προσπαθούσε να σιδερώσει για να διαβάζονται στην ξένη γλώσσα.
Μόνο ο Άλκισσος παρατηρούσε ότι οι ιστορίες του μπαμπά του ήταν διαφορετικές, βαρύτερες. Τα τέρατα είχαν γίνει πιο κακά κι οι πριγκιποπούλες δεν έσωναν πάντα τον καλό τους. Κάποια χρώματα πέθαιναν με φριχτούς θανάτους κι ορισμένα φαξ έτρωγαν εκείνα τα ζωάκια. Το βράδυ, όταν όλοι κοιμόντουσαν, ο Άλκισσος έβγαζε τα λόγια του μπαμπά του από τις θήκες τους κι έβλεπε τη διαφορά. Κι έτσι, ένα βράδυ, ο Άλκισσος αποφάσισε να κάνει κάτι για να βοηθήσει τον έναν του μπαμπά. Έβγαλε τα λόγια του μπαμπά του από τις θήκες και χώθηκε μέσα τους. Πήγε πρώτα στο θαλασσί παλάτι και ξύπνησε την πριγκιποπούλα που είχε πλάσει ο μπαμπάς του.
Η πριγκιποπούλα έτριψε τα νυσταγμένα μάτια της και παραπονέθηκε: «Δεν ξέρεις ότι τα παραμύθια έχουν ώρες επισκέψεων; Τι θες μες στην άγρια νύχτα;»
«Θέλω να ’ρθεις μαζί μου να σώσουμε τον έναν μου μπαμπά», είπε ο Άλκισσος.
«Δε φτάνει που κοιμάμαι πάνω σε μπιζέλια, έχω και αδέσποτα παιδάκια να με ξυπνάνε. Τι τραβάμε εμείς, οι πριγκίπισσες…»
«Σε χρειάζομαι, πριγκιποπούλα, γιατί είσαι έξυπνη και ξύπνια και ξέρεις ζίου ζίτσου. Αν θες, πες και στο παλικάρι που έσωσες από βέβαιο θάνατο να ’ρθει μαζί μας».
«Τον έστειλα στη μαμά του γιατί ήταν πολύ γρουσούζης κι όλο έμπλεκε με δράκους και κακές παρέες. Θα ’ρθω εγώ όμως, γιατί καλό το παραμύθι μου, αλλά έπηξα».
Άλλον ένα σύμμαχο ήθελε ο Άλκισσος, μα ήταν ο πιο δύσκολος. Τον βρήκε να πίνει σκληρά ποτά σ’ ένα τρέντι μπαρ στην παραλιακή.
«Δημοσιογράφε μου καλέ, που σκοτώνεις κακές ειδήσεις προτού θεριέψουν και διαδοθούν, έλα μαζί μου. Ο ένας μπαμπάς μου έχει πέσει θύμα αδικίας, και σε χρειάζομαι γιατί έχεις καρδιά με περίβλημα αδίστακτης σοκολάτας κι εσωτερικό από παγωμένα δάκρυα και ψίχα καλοσύνης».
Ο δημοσιογράφος καβάλησε τη μηχανή του και ακολούθησε δίχως κουβέντα, γιατί έλεγε λίγα, μα έγραφε πολλά, αφού πληρωνόταν με τη λέξη. [...]

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ΕΙΣΕΔΟ;

pisoglendis είπε...

μαναρι μου χαθήκαμε τελείως

Ανώνυμος είπε...

ΑΔΕ ΕΙΣΕΟ ΚΕΓΟ ΟΛΟ ΕΡΧΟΜΕ.ΔΕ ΠΗΡΑΖΗ ΑΓΟΡΙΝΑ

pisoglendis είπε...

εδώ ειμαι τώρα πουλάκι μου τι κανεις ?
χαθήκαμε
όλα καλα ?

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget