25/1/12

Βραβείο Μυθιστορήματος για το 2011 στο Θωμά Κοροβίνη



Συνέντευξη στο screw

ΘΑ ΣΚΙΣΩ ΤΑ ΠΑΝΙΑ


Συναντηθήκαμε με το Θωμά τον Κοροβίνη ένα προεκλογικό Σάββατο στην αυλή του καφέ «Γαζία» της Καρόλου Ντηλ και, λίγο το κρύο, λίγο η εξαιρετική διάθεση του, μας δόθηκε η αφορμή να κάνουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί του. Ο Γιώργος Τσιτιρίδης και ο Τέλλος Φίλης ρωτάνε κι ο Θωμάς Κοροβίνης απάντα χωρίς φόβο αλλα με πολύ πάθος
Ποιος είσαι Θωμά Κοροβίνη? Ποιος είσαι σήμερα? Υπήρξες το απόλυτο ερωτικό φετίχ
Ο σπουδαίος Οθωμανός ποιητής Γιουνούς Εμρέ έχει ένα στίχο που λέει :«Σ’ άλλους εγώ άναψα φωτιές και άλλοι σε μένα ανάψαν». Αυτό είναι, λοιπόν. Αν είχα την τύχη να προκαλέσω πυρκαγιές, τότε μου αναλογεί ένα μέρος της ερωτική μυθολογίας του παλιού καιρού. Όμως είναι έτσι?. Πάντως εγώ σίγουρα έχω καεί από τις φωτιές των άλλων. Δεν ξέρω ποιους έκαψα αλλά εγώ είμαι κατακαμένος.


Αυτή η φωτιά σου βγήκε σε δημιουργικότητα. Ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της Θεσσαλονίκης είναι δικό σου.
Πέρα απ’ το ταλέντο και την επίδοση στη συγγραφή, η πολυσχιδής δημιουργικότητα στην περίπτωσή μου οφείλεται και στην ανάγκη να αποφύγω την ανία και την τριβή με την επανάληψη. Το άλλο είναι ότι έχω καημό να διασώσω την ζώσα μνήμη και όχι μόνο της Θεσσαλονίκης. Ό,τι ποιο δυνατό συνάντησα και έζησα θέλω να το αποτυπώσω μέσα στη δουλειά μου. Δεν είναι μέριμνα όλων των δημιουργών αυτή. Είτε γιατί πιστεύω ότι πραγματικά αξίζει τον κόπο, είτε γιατί έζησα φλογερά και γουστάρω να τα μοιραστώ με άλλους. Ίσως και για ξορκίσω τη σημερινή μαλακοκαυλίαση με την υπενθύμιση ότι δυο δεκαετίες πριν κάποιοι από μας έζησαν ρωμαλέα και αγαπησιάρικα.
Αν έδινες έναν ορισμό μια ταυτότητα στον εαυτό σου τι θα έλεγες ότι είσαι, λαογράφος μουσικός, συγγραφέας, καθηγητής, ποιητής;
Είμαι ένα κράμα διαφόρων μετάλλων, που ταιριάζουν μεταξύ τους και που τα ισορροπώ. Θα σας πω κι ένα ανέκδοτο. Υπήρχε ένα μαγαζί που το έλεγαν «Σαλονίκη» ωραίο μαγαζί ,-έκλεισε τώρα-, απέναντι από τα λαδάδικα. Εκεί πήγα 2-3 φορές και τραγούδησα, πολύ ωραίες. Θα σας πω κι ένα ανέκδοτο. Υπήρχε ένα μαγαζί που το έλεγαν «Σαλονίκη» ωραίο μαγαζί ,-έκλεισε τώρα-, απέναντι από τα λαδάδικα. Εκεί πήγα 2-3 φορές και τραγούδησα, πολύ ωραίες καταστάσεις, με κέφια και μερακλωμένους φίλους από κάτω. Μια βραδιά που είχε πολύ κόσμο και κατά τις 3 η ώρα φτιάχτηκα και άρχισα να λέω πράγματα που δεν ξεστομίζονται και εύκολα, όταν τέλειωσε η παράσταση, με πλησιάζει ένας κύριος και αντί να μου πει «μα τι είναι αυτά που λές, ντροπή!» ή «ευχαριστούμε, φίλε τραγουδιστή», μου λέει «καληνύχτα σας, κύριε καθηγητά». Ένας σοβαρός κύριος εισαγγελέας με τα κουστούμια του και εγώ με τις φουλάρες μου απέναντι του, «η» αντίθεση. Γιατί και οι φουλάρες έχουν την σημασία τους. Εγώ καθιέρωσα ένα προσωπικό ενδυματολογικό στυλ που μόνος μου ταίριαξα από 17ετών μέχρι σήμερα που είμαι 57. Σαράντα χρόνια έμεινα έτσι ο ίδιος, δεν άλλαξα. Έχει σημασία αυτό γιατί οι άνθρωποι αλλάζουν πολύ και ιδεολογικά και μεταπηδήσεις κομμάτων κάνουν εύκολα και μεταποιήσεις στυλ, και προπαντός αχρείους συμβιβασμούς με ό,τι έφτυναν πριν. Προδίδουν το είναι τους και αυτό τους εκδικείται και γίνονται δυστυχείς. Εγώ δεν ξεπούλησα ούτε τις αρχές, ούτε το στυλ μου κι αυτό κάνει και τους άλλους να με παραδέχονται, καθώς μένω απαράλλαχτος όπως παλιά, κάτι που δεν ήταν εύκολα αποδεκτό, ειδικά εκείνα τα χρόνια. Τώρα μπορεί να μοιάζει φυσικό να ανοίγεις μια τρύπα στο τζιν και να βγαίνεις και να λες ό,τι θες, δεν ήταν έτσι το’ 60 και το’ 70, τότε μια τρύπα στο τζιν παρέπεμπε στην αλητεία και η ενασχόληση με την ποίηση στην ανωμαλία.
Εσύ μέσα από ιδεολογική επεξεργασία επέλεξες το στυλ σου χωρίς να το οριοθετήσεις σαν στυλ.
Εγώ είμαι ένα ανάμικτο πράγμα, είμαι ένας ιδιότυπος αριστερός ανένταχτος, αλλά τι συμβαίνει με μένα και με κάποιους άλλους ανθρώπους. Έχουμε πάρει στοιχεία και από άλλες περιοχές των ιδεών, των συμπεριφορών. Ο κόσμος είναι ένας μπαχτσές που φυτρώνουν κάθε λογής λουλούδια κι αυτό δεν το κατάλαβε η κατεστημένη ιδεολογία και η αντίδραση αλλά και η αριστερά δεν το καλοδέχτηκε. Γιατί φυσικά υπάρχουν τα διαιωνισμένα ταμπού, που στην Ελλάδα λειτουργούν στο φουλ. Δεν δέχτηκαν το ρεμπέτικο, τους ξίνιζαν τα ροκ, κυνηγούσανε το Ρίτσο ως ομοφυλόφιλο, που τράβηξε πολλά, και δεν είναι μόνο το θέμα των ερωτικών επιλογών αλλά η υιοθέτηση ενός ασυνήθιστου ύφους, ο τρόπος που μιλάς, το καινούριο που κομίζεις. Σήμερα έχει επικρατήσει ευτυχώς μια ανοχή αλλά είναι παραπλανητικό να την βαφτίζουμε πρόοδο. Πρόοδος είναι να υπάρχει μια πανδαισία όπου να αποδέχονται όχι μόνο αυτό που τους είναι οικείο αλλά κι εκείνο που τους βγάζει απ’ το βόλεμά τους. Εδώ υπάρχει ακόμη λογοκρισία και θα σας πω ένα παράδειγμά. Κάναμε μια εκπομπή στην δική μας της ΕΡΤ και τα λόγια τα κόψανε. Είχα πει στο σκηνοθέτη ότι δεν με ενδιαφέρει να εμφανιστώ σαν τραγουδιστής, αν είναι να κοπούν αυτά που λέω και να μπουν μόνο τα τραγούδια, και όμως κόπηκαν. Ισχύει δηλαδή ακόμη η λογοκρισία και η φίμωση της φωνής και γι’ αυτό πιστεύω πολύ στη δυναμική των προσωπικών φωνών. Μια κραυγή του δρόμου, ένας άνθρωπος που μιλάει προς τους άλλους και ξεσκεπάζει βρομιές ή λέει την αλήθεια της ψυχής του, είτε άνθρώπος με φήμη, είτε όχι. Δεν έχουν ακουστεί στην Ελλάδα ακόμα όλες οι φωνές οι αιρετικές, δεν τους δίνεται βήμα. Εγώ είχα την τύχη αλλά όχι μόνο την τύχη, -ήμουν και τολμηρός και αποφασιστικός-, να μιλήσω ανοιχτά για κάποια πράγματα μέσα από τις δουλειές μου. Αυτά που έζησα, ομολόγησα, δεν είπα κανένα ψέμα. Είπα τα πράγματα όπως είναι άσχετα με την φόρμα που τους έδωσα πιο ρεαλιστική ή πιο λυρική ή με το τραγούδι, δεν απέκρυψα πράγματα που άλλοι κάνουν αγώνα να αποσιωπήσουν ή να καμουφλάρουν. Κι αυτό έχει την αξία του την κοινωνική, όχι μόνο την προσωπική, γιατί ο κόσμος είναι φοβισμένος, ζούμε σε μια φοβική πόλη και χώρα. Και όταν είσαι φοβισμένος, είσαι επικίνδυνος.
Γιατί πιστεύεις ότι συμβαίνει αυτό;
Το μικροαστιλίκι, η βιτρινομανία, η αυτολογοκρισία μας, η ενοχή και μια κρυφότητα, μια νοοτροπία φοβική έχει να κάνει με το ιστορικό μας background. Γιατί η πόλη μας, η Θεσσαλονίκη, μεταπολεμικά έγινε πεδίο εφαρμογής των ορέξεων της πρωτευουσιάνικης εξουσίας, ένα δοκιμαστήριο των σχεδίων τους, κι αυτό τους βόλευε, επειδή υπήρχε το ανθρώπινο και το κοινωνικό περιθωριακό κατεστημένο με τους παρακρατικούς και τα κατηχητικά που έπαιξαν ένα πολύ σκοταδιστικό και εγκληματικό ρόλο. Και κάποιοι αδιάφοροι ψευτοαστοί νεόπλουτοι και οι αυτιστικοί ποδοσφαιράκηδες. Απ’ αυτή τη μοναδική, ιστορική βυζαντινή πόλη, βρήκαμε να αναδείξουμε το παπαδαριό αντί για τον βυζαντινισμό της Θεσσαλονίκης, που εξ αιτίας του και μόνο θα έπρεπε να’ ναι οικουμενικός πόλος έλξης και όχι η παρακατιανή Συμπρωτεύουσα του Ψωμιαδιστάν. Αφήσαμε να γίνει μια πόλη αδιάφορη και αντιδραστική- μα και η Αθήνα, δυστυχώς, έτσι θα γίνει σιγά σιγά για πολλούς λόγους-. Εδώ χάθηκαν ή την κοπάνισαν και μερικές πολύτιμες πνευματικές φυσιογνωμίες που κρατούσαν το τόνο και κατάντησε πια μια ψευτοκυριλάτη επαρχιούπολη του ενός εκατομμυρίου –σ’ αυτό πια πρέπει να’ χει την παγκόσμια πρωτιά-, όπου πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- όλοι φοβούνται να μιλήσουν και αυτό το ανθρωπογεωγραφικό μόρφωμα δεν μπορεί να είναι ελπιδοφόρο για το αύριο. Όταν μια Αμερικάνα καθηγήτρια ξεστομίζει με αποδείξεις έγκυρες ότι οι σύντροφοι του βασιλιά Φίλιππου μπορεί να ήταν και εταίροι του στο κρεβάτι και της εκσφενδονίζουν κοτρόνες ή όταν το φανατισμένο θρησκευάμενο πλήθος τσακίζει το πιάνο του Σάκη Παπαδημητρίου στη Ροτόντα, κι όταν οι νομάρχες βάζου φωτιά σε βιβλία αναβιώνοντας το Μεσαίωνα, τι άλλο να πει κανείς; Έτσι, λοιπόν, μια πόλη την οποία λατρεύουμε είναι δύσκολο να σωθεί, όταν έχει πάει μετά το’ 80 τόσο πίσω. Κάποτε είχαμε λαϊκές σκηνές εκπληκτικές, πρωτοποριακό Πανεπιστήμιο, είχαμε έρωτα. Όλη η εποχή μάς πήγε πίσω. Μερικά πράγματα πιστεύω γίνονται σκόπιμα. Για να μπορεί ο κόσμος να ελεγχθεί. δεν πρέπει να είναι διαθέσιμος ερωτικά γιατί ο έρωτας είναι επανάσταση. Επειδή, όταν ζεις καλά, ζουν και οι άλλοι καλά μαζί σου, λάμπεις μέσα σου και δεν αφήνεις να σε καθυποτάξουν. …. Ειδικά όταν είσαι ερωτευμένος με τη ζωή και ανοιχτός ερωτικά και έχεις ζήσει πλούσια χωρίς να αφήσεις να νιάτα σου να φύγουν τζάμπα. Ο ερωτικός άνθρωπος είναι ζωντανή έκρηξη μέσα στο κόσμο. Θέλω να γράψω το «λεξικό της νεοελληνικής καύλας» κάποτε.
Αυτό είναι είδηση, αυτό ετοιμάζεις ?
Ναι, το προχωρώ, θέλει δουλειά ακόμη. Αλλά πρώτα, το Δεκέμβριο του 2010, θα βγει ένα μυθιστόρημα που έχω γράψει με αίμα και αφορά κυρίως 5 χρόνια ζωής στην Θεσσαλονίκη από το 1955 έως και το 1960 γύρω από την ιστορία του παιδιού που σκοτώσανε ως δράκο του Σέιχ Σου, του Αριστείδη Παγκρατίδη. Φτάνει μέχρι το’ 68 που τον εκτέλεσαν στα 28 του χρόνια. Μέσα από εννιά αφηγήσεις, μιας λαϊκής τραγουδίστριας, ενός παιδικού του φίλου, ενός ρουφιάνου, μιας τραβεστί που την είχε δεσμό και άλλων περνάει όλο το κλίμα της Θεσσαλονίκης εκείνου του καιρού. Από όλο αυτό βγαίνει μια ζωή λούμπεν αγκαθοματωμένη μέσα από εκείνη την εφιαλτική εποχή που έζησαν…. Όμως παρά τη φτώχια, το κυνήγι των Αριστερών από την εξουσία, το βιασμό των προσωπικοτήτων, ζούσαν έντονα ερωτικά
Εσύ όμως έχει ζήσει έντονα την παλιά εκείνη εποχή και έχεις γράψει και ένα βιβλίο το «Καναλ Ντ’ αμούρ» για το Βαρδάρι και τα πέριξ.
Ευτυχώς που το έγραψα σε κείνο το βιβλίο, γιατί δεν έμεινε τίποτα από αυτά. Η εποχή τότε σε καλούσε κι αν ήσουν τολμηρός, μπορούσες να ζήσεις. Βοηθούσαν οι καιροί, ήταν τα στέκια, οι φίλοι, περνούσες μισοπαράνομα αλλά καλά. Σήμερα είναι ανώφελο να ζεις παράνομα, τώρα που απλώθηκαν οι τσόντες στα περίπτερα και κυριαρχούν στο ιντερνετ και περάσαμε στην χειρονακτική απελευθέρωση, δηλαδή στην εποχή του Αυνάν. Ζήσαμε μια εποχή κοινωνικής προσαρμογής στα ανατρεπτικά ρεύματα του πλανήτη, αναχρονιστικά, βέβαια. Ήταν τότε οι γυναίκες και οι ομοφυλόφιλοι στην απελευθέρωση, τα τραβεστί έβγαιναν στους δρόμους, μεταφράζονταν καταπληκτικά πράγματα, ζούσε ο Ζενέ, ο Ταχτσής, ο Χατζιδάκις κι ο Ιωάννου, κουντουρντίζαμε στα κέντρα της Στασας, στο Παραντάιζ, στη Σεχραζατ. Επικρατούσε ένας επαναστατικός κοινωνικός κραδασμός , ξεφύγαμε απ’ την χούντα και -αν και λίγο μεταγενέστερα από άλλες χώρες - μας είχε πάρει ένα ρεύμα και βρεθήκαμε σε μια κατάσταση που ήταν οι πάντες διαθέσιμοι, άνοιξαν τα μυαλά του κόσμου. Τώρα είμαστε μοναχικοί καβαλάρηδες όλοι μας.
Και όλη αυτή η πορεία πως συνδέεται με την Κωνσταντινούπολη? Η ερωτική Θεσσαλονίκη και η ερωτική Κωνσταντινούπολη?
Η Κωνσταντινούπολη ήταν κάτι άλλο. Είναι το δυνατό χαρτί της ζωής μου. Πήγα να δουλέψω ιεραποστολικά να μάθω γράμματα στα παιδιά και ο δεσμός μου με την εκεί ομογένειά μας είναι η πιο ζεστή σχέση που έχω. Αυτό είναι η μεγάλη μου αγάπη, η Πόλη. Έχω φίλους Κούρδους, Ρωμιούς, Τούρκους, πηγαίνουμε σε φλογισμένα μαγαζιά τραγουδάμε. Άλλαξε βέβαια κι η Πόλη, την έφαγε κι αυτήν η φούσκα της παγκοσμιοποίησης.
Μήπως τελικά ο έρωτας έχει καταλήξει αυτό που είναι, γιατί νοικοκυρέψαμε τον έρωτα .. βάζοντας κανόνες και ταυτότητες και όλο αυτό αντί να μας βοηθήσει μας περιόρισε?
Οι ταμπέλες δεν είναι κάτι καλό. Μπορεί να πεις ότι είσαι γκέι, ότι είμαι γκέι και αυτό να χρησιμοποιηθεί μετά μονομερώς από την άλλη πλευρά. Όταν λες ότι είσαι ράφτης εκτός από ράφτης δεν είσαι και κάτι άλλο; Μπορεί να έχεις παιδιά, να μην έχεις, να παίζεις χαρτιά, να είσαι κολυμβητής, ψαράς, χορευτής. Να είσαι γλυκός άνθρωπος ή παλιάνθρωπος. Οι ετικέτες οδηγούν σε παρανοήσεις. Μου θυμίζει το εξής : περνάει μια ωραία γυναίκα την δεκαετία του’ 60, κάθονται τρεις φίλες και λέει η μια : Πω, πω, τι ωραία γυναίκα είναι αυτή και λέει η άλλη, πράγματι είναι πολύ ωραία και λέει κι η τρίτη, τι να το κάνεις ? Χωρισμένη είναι. Δηλαδή ακόμα και η ομορφιά της καταργείται στα μάτια τους γιατί είναι ζωντοχήρα. Η ερωτική επιλογή ή ο αυτοπροσδιορισμός λοιπόν δεν πρέπει να μας καθορίζει κοινωνικά, γιατί απλά μπορεί να είναι ένα συν ένα πλην η ένα τίποτα καμιά φορά, αλλά μπορεί και να βολέψει τις μικρόμυαλες σεξιστικές αντιλήψεις των άλλων. Εντάξει εγώ που είμαι πολύχρωμος ερωτικά δεν ένιωσα ποτέ συν η πλην με μια ταμπέλα, το έβρισκα γελοίο. Όμως σίγουρα αν δεν υποστηρίξω ένα πρωτοποριακό κίνημα, είμαι λάθος. Πρέπει όλοι να βρουν το δίκιο τους, όλες οι ομάδες που κυνηγιούνται η που έχουν αδικηθεί. Που έχουν καταπατηθεί τα δικαιώματα τους. Η ταυτότητα όμως από μόνη της δεν λέει κάτι, αν βασίζεται στην αντίδραση ή την αυτοάμυνα, πρέπει να έχει ένα υπόβαθρο, μια ιδεολογική βάση.
Υπήρξε λοιπόν από το’ 90 και μετά ένα έλλειμμα ανθρώπων που να υποστηρίξουν καλλιτεχνικά ιδεολογικά και πνευματικά ομάδες ομοφυλόφιλων. Η ευθύνη των καλλιτεχνών και των πνευματικών ανθρώπων που ηθελημένα σιώπησαν χωρίς να υποστηρίξουν και να γίνουν πρότυπα για τους νέους από το 1990 και μετά η σιωπή μιας ολόκληρης γενιά έχει οδηγήσει νέα παιδιά γκέι σε μια κατάντια πνευματική.
Ο άνθρωπος ο ίδιος έχει μια ευθύνη για το τι επιλέγει, σε όλα τα θέματα, έχεις μια ευθύνη σε όποια εποχή κι αν ζεις, δεν έχουμε ανάγκη από ταγούς να μας κατευθύνουν. Μη ζητάμε άλλοθι ούτε για την τεμπελιά μας, ούτε για την πνευματική κατάντια μας. Όταν λες σιώπησαν …. αυτό, που έβγαινε κάποτε κάποιος κόσμος και μιλούσε, τελείωσε δεν υπάρχει πια, μην το ψάχνεις.
Ο Χριστιανόπουλος, ας πούμε, που πολλοί τον αντιμετωπίζουν ακόμα και γραφικά τουλάχιστον μιλάει έχει άποψη, γνώμη άσχετα με το τι λέει..
Ο Χριστιανόπουλος είναι από μόνος του ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο άσχετα από τις αντιρρήσεις που μπορεί να έχει κάποιος σε αυτά που λέει η πιστεύει. Ένα του Ντίνου πολύ σπουδαίο είναι ότι κατάφερε μέσα από την ποίηση να μιλήσει φανερά -εκτός από τον πόθο του που τον αποκάλυψε- και να περάσει και το κλίμα της Θεσσαλονίκης της εποχής, με αποτέλεσμα να κυνηγηθεί να μη μπορεί να περπατήσει σ’ αυτή την άθλια πόλη κι αυτό το έπαθαν ελάχιστοι άνθρωποι. Εγώ τον έχω φίλο και δάσκαλο αλλά δεν βάζω τα συναισθηματικά στη μέση, μιλάω αντικειμενικά. Όταν οι άλλοι λούφαζαν και οι πρώην φίλοι πέσανε πάνω του να τον κομματιάσουν και όλα αυτά τα κατηχητικά να τον λυντσάρουν, γιατί τόλμησε όσο ελάχιστοι και άλλο είναι να τολμάς με τις πλάτες της αστικής τάξης και των χρημάτων και άλλο να είσαι ένας άνθρωπος που δεν έχει σχεδόν να φάει σε μια τόσο συντηρητική πόλη των κατηχητικών, αυτό είναι τρομερό τόλμημα. Τώρα άλλαξαν οι εποχές, υπάρχει μια στήριξη, έχεις εσύ το περιοδικό σου, βγαίνεις και μιλάς. Εγώ το θαυμάζω το περιοδικό πάρα πολύ, πάντα το παίρνω με χαρά, έχει ενδιαφέροντα άρθρα και βλέπεις και τι γίνεται σήμερα στους κόλπους των νεώτερων ερωτικών παριών.
Να την κάνω την ερώτηση. Πως σχολιάζεις τις προσπάθειες των γκέι κινημάτων να διεκδικήσουν τον γάμο και την υιοθεσία παιδιών .
Κοίταξε αυτά είναι σεβαστά και πολύ σοβαρά πράγματα γιατί ο νόμος χρησιμοποιεί με ένα δικό του τρόπο τις παραγράφους τους εξαιρώντας τις μειοψηφίες. Προσωπικά δεν θα έκανα ποτέ γάμο με ομόφυλό μου, ο θεσμός του γάμου έχει ξεπεραστεί απ’ τις αρχές του αιώνα, κι ας το ακολουθούν οι περισσότεροι. Γιατί να αναπαράγουμε αυτό το αποτυχημένο μοντέλο; Απ’ την άλλη οι σύντροφοι πρέπει να προστατεύονται, γιατί πράγματι όταν χάνεται ο ένας, ο άλλος δε μπορεί να πάρει ούτε ένα στυλό για ανάμνηση γιατί έρχονται οι μακρινοί συγγενείς οι Φαρισαίοι, οι οποίοι χλεύαζαν και μισούσαν τον μακαρίτη που επέλεξε αυτή τη ζωή και γίνονται κληρονόμοι. Αυτά είναι γνωστά και τα έχουμε δει στην ζωή μας, σε φίλους μας. Έτσι τα δικαιώματα πρέπει να είναι έγκυρα και με το νόμο Μπορεί να θέλουν να πάρουν και να αναστήσουν ένα ορφανό, ένα παιδί χωρίς οικογένεια, ένα παιδί που πεινάει, γιατί να μην το κάνουν; Γιατί να είναι πιο ικανό ή πιο ηθικό το κλασικό ετερόφυλο ζεύγος στο πως θα μεγαλώσει ένα παιδάκι από ότι δυο άντρες οι δυο γυναίκες, που είναι γραμμένο αυτό? Είναι νοσηρή και κομπλεξική η κοινωνία και γι’ αυτό δεν αφήνουν να γίνει.
Πως σου φαίνονται τα Pride, θα τραγουδούσες σε αυτά.
Δεν θα πήγαινα, εγώ κομμάτι γέρασα για τέτοιες παρελάσεις. Θα προτιμούσα να εκδηλωθούν σε πλατύτερη κοινωνική και πολιτική έκφραση. Δε βλέπω τους γκέι στις μεγάλες διαδηλώσεις, ας πούμε. Χώρια που οι περισσότεροι γκέι έχουν στραφεί προς τη δεξιά και το στυλ «απολιτίκ» αλλά και προς την ξετσίπωτη θηλυπρέπεια και αυτά τα δύο με ενοχλούν, ειδικά το πρώτο. Το δεύτερο, αν δεν είναι φτιαχτό, δε μπορείς να το αποφύγεις, άρα δεν το καταδικάζεις, αλλά να σε θεωρούν πολίτη ΄β κατηγορίας επειδή είσαι ομοφυλόφιλος και να μην είσαι αριστερός επαναστάτης, αυτό δεν τρώγεται με τίποτα.
Αισθάνεσαι ερωτικά, κοινωνικά, καλλιτεχνικά, πολιτιστικά, μια προοπτική ζωής η είναι σαν να περιμένουμε έναν προαναγγελθέντα θάνατο όλων αυτών;
Δεν περιμένω πολλά κι όμως υπάρχουν τα νιάτα, στα νιάτα πρέπει να ελπίζεις, γιατί κάποτε μπορεί να μας δώσουν κάτι πραγματικά θαυμάσιο. Η εποχή δεν βοηθάει, είναι μια εποχή μίζερη, αδιέξοδη και αρκετά ανέκφραστη και πληκτική αλλά ξαφνικά μπορεί να μας βγει κάτι θεϊκό. Επίσης υπάρχουν μερικές πολύ ωραίες μονάδες, ενώ δεν υπάρχουν κοινωνικά κινήματα και τα κόμματα έχουν γελοιοποιηθεί. Μην ξεχνάμε και την φτώχεια που μας δέρνει κι αυτό καθρεφτίζεται στα μάτια τον ανθρώπων που γίνονται μελαγχολικοί. Ακόμα και ερωτικά να συναντιέσαι με έναν άνθρωπο, αν δεν έχει να φάει, δεν μπορεί να είναι ωραίος.
Πες μας λίγο για την μουσική.
Εγώ είμαι λάτρης της λαϊκής και της παραδοσιακής μουσικής και όχι μονό λάτρης αλλά και ερευνητής του ρεμπέτικου και κυρίως του λαϊκού. Κι έχω γράψει καμιά σαρανταριά τραγούδια. Αυτά που επέλεξα με ικανοποιούν πολύ. Έχω ακούσει ροκ, αλλά αυτά δεν είναι στο είναι μου. Η ηλεκτρονική μουσική είναι μακριά μου είμαι παλαιάς γενιάς και παλαιάς κοπής αλλά έχω ακούσει και ακούω τα πάντα, δεν είμαι έξω από αυτά. Στα ελληνικά φτάνω το πολύ μέχρι τον Αγγελάκα που τον γουστάρω και αγαπιόμαστε. Όχι στα νεώτερα.
Θέλω να πούμε και για τις βωμολοχίες. Έχεις γράψει και ένα βιβλίο γι’ αυτό. Υπάρχουν καλές και κακές λέξεις?
Εξαρτάται με ποιον βρίσκεσαι και πως μιλάς. Αν είναι εύστοχη η βωμολοχία, όχι μονό κακή δεν είναι, πιάνει και τόπο. Τώρα, αν στα καλά καθούμενα, σε βρίσουν, θα τους ορμήξεις, έτσι δεν είναι ? Είναι τι λες, πώς το λες, πότε το λες και που στοχεύεις. Καμιά φορά αν θέλεις να ανατρέψεις κάτι, η βωμολοχία έρχεται κουτί. Εγώ ποτέ δεν βρίζω, αλλά μου αρέσει η βρομόγλωσσα, με τραβάει είναι η σκοτεινή αλλά σοφή πλευρά τις γλωσσικής λαϊκής έκφρασης. Η βωμολοχία στοχεύει στον σκανδαλισμό. Δε χαρίζεται σε κανένα, «Να φυλάγεσθε από τα πισινά του γαιδάρου και τα μπροστινά του καλογέρου», λέει. Ο λαός τα λέει αυτά. Εγώ πηρά από ένα απέραντο κόσμο παροιμιολογίων τα πιο σκανδαλώδη πρώτα πρώτα γιατί εγώ φτιάχτηκα από αυτά και είπα είναι τόσο σοφός αυτός ο λαός και είναι όντος σοφός. Και έφτιαξα το βιβλίο «Βωμολοχικές ελληνικές παροιμίες» που βγήκε από τις σπουδαίες εκδόσεις ΑΓΡΑ. Η βωμολοχία, όπως η παροιμία είναι απόσταγμα φιλοσοφίας αιώνων, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Έχουμε μια συντηρητική θρησκεία αλλά ευτυχώς όχι τόσο όσο η καθολική μα έχουμε κι όλον αυτό τον θησαυρό της λαϊκής σοφίας. Η γλωσσολογία μας διδάσκει ότι η γλώσσα είναι τόσο ευέλικτος όσο και δύσκαμπτος οργανισμός αλλά μέσα στο χρόνο αφομοιώνει και ακυρώνει λέξεις.
Αθήνα - Θεσσαλονίκη -Κωνσταντινούπολη
Την Αθήνα την αγαπώ ως πρωτεύουσα, αισθάνεσαι εκεί απελευθέρωση ως Θεσσαλονικιός επαρχιώτης. Η Κωνσταντινούπολη είναι η πόλη μου, δεν συγκρίνεται με καμιά άλλη, είναι μια κοσμόπολη, ειδικά τώρα που είναι σε οργασμό. Εκεί κλείνω τα μάτια και περπατώ στα τυφλά. Τη λατρεύω, την έχω θερίσει, έχω ασχοληθεί με την πόλη αρκετά και έχω κάνει και μελέτες και αλλά πράγματα έχω για την Πόλη στα σκαριά, η Πόλη είναι ένας καημός αγιάτρευτος. Έχει όμως αλλάξει και αλλάζει κάθε μέρα, χάνει την «τουρκίλα» της, πληρώνει κι αυτή το τίμημα της παγκοσμιοποίησης και του μαϊμουδισμού.
Τι ετοιμάζεις τώρα?
Το μυθιστόρημα «Ο γύρος του θανάτου» που βγάζω είναι ένα βιβλίο υψηλής συγκίνησης , δυνατό και σπαρακτικό και έχω την προαίσθηση ότι θα συγκλονίσει πολλούς, ιδίως Θεσσαλονικιούς. Μιλάει για τον δήθεν Δράκο του Σέιχ Σου, ένα άτομο περιθωριακό που παρουσιάστηκε σαν αχρείος δολοφόνος, ένα παιδί που το έχουν βιάσει κι έχει ένα σπαρακτικό βίο. Περνάω, βέβαια, και το πολιτικοκοινωνικό κλίμα της εποχής, τα παραερωτικά φαινόμενα, τις λαϊκές τραγουδίστριες, τούς παιδεραστές, τους παρακρατικούς, τούς ρουφιάνους, είναι πυκνό, ρεαλιστικό, τολμηρό –όπως πάντα- και πρωτότυπο βιβλίο .Μιλούν 9 προσωπικότητες εκείνης της εποχής, της δεκαετίας του 50.
Ένα απόσπασμα μπορείτε να διαβάσετε κατ’ αποκλειστικότητα εδώ στο περιοδικό με τον
τίτλος «Η Λολο μιλάει για την πιάτσα».


Έπρεπε να παρουσιαστώ στα στρατά. Υποχρέωση όλων των αρσενικών της χώρας. Μπουτ κουλά. Άι εμ ιν δε άρμυ νάου[78]. Τα μαλακιστήρια οι φαντάροι αρχίσανε την καζούρα από μακριά. Μπορεί να με ξεφώνιζαν μα κατά βάθος κάνανε κρα για να μείνω. Έτσι κι αλλιώς για ξεκαυλωτήρι με θέλανε. Αμ, δε σφάξανε. Για να γλιτώσεις απ’ τους στρατόκαυλους[79] ή ιεχοβιάζεις[80] ή πουλάς τζασλοσύνη[81] ή πουλάς αδερφοσύνη. Προτίμησα το πιο ταιριαστό για μένα. Πούλησα αδερφοσύνη για να την πουλέψω. Παρουσιάστηκα σινάμενη-κουνάμενη με μπανάνες και φτερά στο κεφάλι, όπως η Κάρμεν Μιράντα, η τραγουδίστρια με το εξωτικό στυλ που την βάζανε στα έργα τα βραζιλιάνικα. Έπιασε το κόλπο. Μου δώσαν πούλο[82]. Εγώ είμαι αδερφή και με κράξανε και με τζάσανε δικαίως ως αδερφή. Δε σημαίνει ότι δεν ήμουν και ικανός να υπηρετήσω. Σιγά! Πήχτρα στους φλώρους και τους λουφαδόρους είναι η επικράτεια! Και στις κρυφολούγκρες! Και στους ανίκανους! Άσε που μόνο τα κορόιδα υπηρετούν. Αν βρείτε έναν άντρα Έλληνα υπήκοο να μη μετάνιωσε που έκανε φαντάρος, εγώ να γίνω τουρλολιγούρης[83].
Μετρούσα πολύ εξωτερικώς. Όπως ήμουν η δόλια λιγδομπερντές[84], βγήκα στα πάρκα, ήμουνα παλιός γνώριμος εκεί. Ένα βράδυ, αργά, γνώρισα στο πρεζαντέ[85] μια ντάνα[86], σα μισοτρανς ήτανε, μια λουμπίνα[87] του κερατά. Περπατημένη τσολαδερφή[88], κουασιμόντα[89] ήτανε η μαντουάνα[90]. «Είσαι η πιο λατσή αδερφή, άμα ντυθείς, θα κονομήσεις μπουτ μπερντέ», μου λέει. «Τι να ντυθώ;» ρώτησα, «σάμπως γυμνή είμαι;». Νόμιζα εγώ θα με στείλει να αβέλω ντανιές[91], να γίνω μασκαράς, καρναβάλι. Δεν πήγε ο νους μου. Μου λέει έτσι κι έτσι. Θα ψωνίσεις τα κραγιονάκια σου, τις μπογίτσες σου, θα φορτωθείς τα μπουτ αρλεκίνια,[92] και θα βγεις αύριο βράδυ μαζί μου στην πιάτσα, αρτίστ[93]. –Μήπως πρέπει να κοτσάρω και μουζαντίβαρα[94]; τη ρωτάω. Γιατί δε γουστάρω. Εκείνη είχε φουσκώσει τα βυζιά της με το γνωστό σύστημα και μάζευε πελατάκια. Ζήτω η σιλικόνη!
Μπήκα αμέσως στο κόλπο και ξεθάρρεψα γρήγορα. Πρώτη βραδιά, δέκα πελάτες, καλή κονόμα. Μπουτ λατσά. Με πήγε σε μια πιάτσα όχι πολύ γνωστή, που συχνάζανε, ας πούμε, οι μυημένοι. Το ψωνιστήρι γινότανε στην αλάνα, απέναντι απ’ το γήπεδο του ΠΑΟΚ. Μόλις σουρούπωνε άλλαζε το σκηνικό και μεταμορφωνόταν. Παρκάρανε εκεί μεγάλα φορτηγά πολλών κυβικών, νταλίκες. Οι νταλικέρ[95], πολύ επιρρεπείς στο κοκό. Κι όχι πάντοτε ενεργητικοί, πολλοί ήτανε μερακλαντάν, απ’ όλα κάνανε. Άλλοι πελάτες ήτανε περαστικοί κι άλλοι εργατικοί της γειτονιάς, μιλημένοι, στο κόλπο όλοι τους, πονηροί, τζιναβωτοί. Άμα τελείωνε ο αγώνας στο γήπεδο και μετά, μερικοί φίλαθλοι πηγαίνανε για τουρκόσουπα[96] ή πίνανε κάνα ουζάκι και περίμεναν να νυχτώσει. Πίσω απ’ τις καρότσες το κάναμε ή κάτω από κάτι δέντρα. Δεν συχνάζανε τσόλια[97] εκεί, σπάνια να περνούσε κανένα. Δεν είχε ούτε κουκουβάγιες[98]. Κρατούσαν τσίλιες και κάτι κουλές αδερφές για τα συνθηματικά. Η Βαγγέλω, η δόλια, που ήταν αμπενάβωτη[99], μου έκανε νοήματα από μακριά. Αν διέκρινε κίνδυνο, σήκωνε το μαντήλι της και το κούναγε στον αέρα. Άμα ζύγωνε κανένα λατσό τεκνό, περπατούσε με τσαχπινιά και έκανε σαντά[100] καυλοκουνήματα[101]. Η Τζοκόντα η Κράχτρα, που μπέναβε πολύ ανθυγιεινά[102] ήτανε τζαζεμένη αλλά ψυχικιάρα και λειτουργούσε σαν τροχονόμος και έδινε σε όλες στην πιάτσα διαταγές. «Εσύ τράβα από δω». «Από κει πέρασε ένα τσόλι». «Ο κατέ αβέλει μουσαντά[103]». Αν πλησίαζε κάποιο ωραίο τεκνό φώναζε δυνατά «λάτσα, λάτσα, καραλάτσα[104]». Αν σε δίκελε[105] με κανένα επικίνδυνο πελάτη τραγουδούσε : «Ντικ[106], μαρή, τζουρνεύει[107] το κατέ, μπουτ τζουρνεύει». Η ταβέρνα η «ΠΕΘΕΡΑ» βρισκόταν απέναντι απ’ το γήπεδο. Σύχναζα στο στέκι αυτό, μάζευα κι από κει πελατεία. Είπαμε, καλέ, πως ήμουνα και μουράτω[108]. Από τις βίζιτες πορευόμουνα, αφού δουλειά δεν είχα και δουλειά δε θα μου’ δινε κανείς. Είχα μια επιδερμίδα βελούδινη, έμοιαζα τη Τζίνα Λολομπρίτζιτα, τα μάτια της έχω τα σπανιόλικα και τα μαριόλικα, γι’ αυτό με βγάλανε οι άλλες οι κατέ, Λολό. Στο Παρίσι, η Μπε-Μπε και στη Ρόμη η Λο-λό.
Η μπατσαρία, άμα έβγαινε για παγανιά, έπρεπε ζορ ζορνά[109] να τσακώσει κανένα κακομοίρη ή να ντουπάρει για να γουστάρει. Μπιζ και τζαζ[110]. Μια δόση κάνουν οι ρούνες[111] ένα ντου, τσακώνουνε δυο από μας, μας χώνουνε στο ρουνικό[112] και μας πάνε στο Ηθών για ανάκριση. Κουλά. –Πιάσανε μαζί μου και την άχαλη, τη φίλη μου την Πόντια, τη μυταρού. Σούμη, το χαϊδευτικό της απ’ το Σουμέλα. Μας πήγαιναν συνοδεία κι αυτή έκανε την πλάκα της, η άτιμη. «Μάνα μου, θα γαμούνε μας και ντο πολλοί πα είναι», πέταξε την παροιμία της. Δεν είχα ξαναμπεί σε πούλμαν[113], έχω και κλειστοφοβία. Νόμιζα πως θα τεζάρω. Ταραγμάν-ταραχάν[114]. Δε ρίξανε καθόλου ντουπ[115], πέσαμε σε καλά παιδιά, με τρόπους. Τελειώσανε τα τυπικά, κάνω να φύγω, «ελεύθερος, αγορίνα» μου λέει ο φρουρός και «πέρνα να μας βλέπεις και μας». Τον δικέλω, κούκλος, θεόλατσος. Τα φτιάχνω μ’ αυτόν, πολύ τον γουστάριζα, κόβω και λίγο απ’ την πιάτσα, με τάιζε. Όσο αρρενωπός ήτανε ο μπάτσος μου, άλλο τόσο παθιασμένος ήταν με την πάρτη μου. Δε λατσευότανε το κουραβάλιασμα[116]. Βέρος τζιναβωτός ήτανε, μ’ είχε τρελάνει στα τσιμπούκια, αυτός σε μένα, όχι εγώ σ’ αυτόν. Φιλιά στο στόμα, άγριο κοντροσόλ με τη γλώσσα σα τριμπουσόν κι από κει τσιμπούκια συνέχεια, σε σημείο να μπουχτίζεις. Δε γουστάριζε κουραβέλτα[117]. Μέσα στο περιπολικό τα κάναμε τα αίσχη μας, μας κοίταζε κι ένα μωρό από μια μικρή φωτογραφία δίπλα στο τιμόνι. Τελείωνε την πίπα ο καλός μου και άβελε κοντροσόλ από πάνω και στο παιδάκι του. Πατέρας, μικροπαντρεμένος ήτανε. Ποιος ξέρει τι μουσαντά[118] θα μπέναβε στη γυναίκα του.
Ε, δεν κρατάνε πολύ αυτά. Δεν είμαι δα και των δεσμών. Ούτε και της προστασίας, γιατί δε φοβάμαι. Είμαι πολύ δυνατή. Μας ζυγώνανε μερικοί και μας κάνανε τον κατελάνο[119]. Ή τον νταβελάκη[120]. Ε, δε σήκωνα τέτοια. Μια φορά έδειρα κάποιον νταγλαρά στο Βαρδάρι, ένα κωλόπαιδο, που μ’ έψαχνε με την πρόθεση να με χτυπήσει ο κατέ. Αδερφή είναι, σου λέει, μαθημένη να τις τρώει. Τώρα θα δεις ποια ειν’ η αδερφή και ποιος ειν’ ο μάγκας. Έφαγε ντουπ, καραντούπ, ο τσόγλανος, ο θεοκάλιαρντος[121]. Πολλές φορές πλακώθηκα στο ξύλο αλλά εκείνη τη νύχτα μαζεύτηκε κόσμος περαστικός, έγινε γκραν επεισόδιο. Ταραχή! Σκέψου να βλέπεις έναν νταβραντισμένο νεαρό, ντυμένο με γυναικείο φόρεμα να βάζει κάτω ένα δίμετρο θηρίο. Και να τον βρίζει κιόλας ελεινά. Μπουτ κουλό.
Ο Αρίστος με πλησίασε μόνος του. Έκανα πιάτσα πίσω απ’ τα φορτηγά. Το’ 59 ήτανε, χειμώνας. Αργά, κατά τις δώδεκα. Ήταν δεκαεννιά χρονών, όπως μου είπε, αλλά θα τον έκανες και εικοσιδύο. Ένα χρόνο με περνούσε. Αδύνατος ήταν. Τελευταία είχα καλή πελατεία σ’ αυτή την πιάτσα, γιατί δούλευα κυρίως μόνη μου, δεν είχα ανταγωνισμό. Είχανε ντουπάρει[122] κόσμο και είχανε ψιλοεξαφανιστεί οι λουμπουνιές. Είχανε αλλάξει στέκι, κατεβαίνανε Βαρδάρη μεριά. Ήταν Σαββατόβραδο. Με σίμωσε πιωμένος. –Γειά σου. Θέλεις παρέα; -Εξαρτάται. Πόσα θα δώσεις; -Δεν ήρθα για να δώσω; -Αλλά, τι, ρε μάγκα; Μήπως θες να σε πληρώσουμε κιόλας; -Το βρήκες. Εγώ δεν πληρώνω, πληρώνομαι. –Ε, τότε δεν ταιριάζουμε. –Γιατί, δε μπορούμε να κάνουμε παρέα χωρίς να μπούνε τα λεφτά στη μέση; -Μπορούμε αλλά είμαι πολύ κουρασμένη. –Μην ανησυχείς, θα σε ξεκουράσω εγώ. –Πώς; -Θα δεις. Ήτανε πολύ γλυκός. Δεν ήτανε χαρμάνης, ούτε φράγκα ήθελε να βγάλει. Αν και νάκα μπερντέ[123]. Ήθελε παρέα, ανθρώπινη παρέα. Τον έτρωγε τον άμοιρο η μοναξιά.

[78] Άι εμ ιν δε άρμυ νάου : είμαι στο στρατό τώρα, τίτλος διάσημου αμερικανικού ροκ τραγουδιού
[79] στρατόκαυλος(λαϊκή έκφρ.) : στρατιωτικός, μανιακός με το στρατό
[80] ιεχοβιάζω(καλιαρ. από το όνομα Ιεχοβά και την πρακτική των οπαδών της γνωστής αίρεσης{Ιεχοβάδες}
) : πετάω το όπλο
[81] τζασλοσύνη(καλιαρ.) : τρέλα
[82] δίνω τον πούλο(λαϊκή έκφρ.) : διώχνω
[83] τουρλολιγούρης(καλιαρ.) : κολομπαράς
[84] λιγδομπερντές(καλιαρ.) : άφραγκος, μπατίρης
[85] πρεζαντέ(καλιαρ.) : πιάτσα, τόπος, όπου συνήθως εμφανίζεσαι, από το γαλλικό( presenter) : παρουσιάζω
[86] ντάνα(καλιαρ.) : πουτάνα
[87] λουμπίνα(καλιαρ.) : κίναιδος
[88] τσολαδερφή (λαϊκή έκφρ.) : αδερφή και τσόλι ταυτόχρονα
[89] κουασιμόντα(καλιαρ.) : καμπούρα, από τον μυθιστορηματικό Κουασιμόδο του Ουγκό
[90] μαντουάνα(καλιαρ.) : άσχημος ασήμαντος
[91] αβέλω ντανιά(καλιαρ.) : κάνω νάζια
[92] αρλεκίνι(καλιαρ.) : μπιχλιμπίδι, κρεματζούνι
[93] αρτίστ(καλιαρ.) : καλλιτέχνης
[94] μουτζαντίβαρα(καλιαρ. μουνί + αντίβαρο) : βυζιά, μουτζό
[95] νταλικέρ(υποκορ.) : νταλικέρης
[96] τουρκόσουπα(καλιαρ.) : καφές
[97] τσόλι(καλιαρ) : θρασύς νεαρός, τσόγλανος
[98] κουκουβάγια(καλιαρ.) : μυστικός αστυνομικός
[99] αμπενάβωτη(καλιαρ.) : μουγγή
[100] σαντά(καλιαρ.) : ψεύτικα
[101] καυλοκουνήματα(καλιαρ.) : παλινδρομικές κινήσεις επιβήτορος κατά την συνουσία
[102] μπενάβω ανθυγιεινά(καλιαρ.) : κουτσομπολεύω πολύ
[103] ο κατέ αβέλει μουσαντά(καλιαρ.) : αυτός λέει ψέμματα
[104] καραλάτσα(καλιαρ.) : πανέμορφος
[105] δικέλω(καλιαρ.) : βλέπω
[106] ντικ(καλιαρ.) : πρόσεχε

[108] μουράτω(καλιαρ.) : επιθυμητή, ποθητή, καυλιάρα, από το τουρκ.murat : επιθυμία
[109] ζορ ζορνά(λαϊκή έκφρ.) : με το ζόρι, με το στανιό
[110]μπιζ και τζαζ(καλιαρ.) : αστυνομία αμέσου δράσεως
[111] ρούνα(καλιαρ.) : αστυνομικός
[112] ρουνικό(καλιαρ.) : αμάξι της αστυνομίας
[113] πούλμαν(καλιαρ.) : κλούβα
[114] ταραγμάν-ταραχάν(καλιαρ.) : κακήν κακώς
[115] ντουπ(καλιαρ.) : ξυλοφόρτωμα
[116] κουραβάλιασμα(καλιαρ.) : συνουσία.
[117] κοραβέλτα(καλιαρ.) : γαμήσι
[118] μουσαντός(καλιαρ.) : ψεύτικος, πλαστός
[119] κατελάνος(καλιαρ). : σκληρός άντρας, σέρτικος, από το όνομα των ξακουστών αιμοβόρων νταήδων Κατελάνων
[120] νταβελάκης(καλιαρ.) : ο κακούργος, από το όνομα του θρυλικού λήσταρχου Νταβέλη
[121] θεοκάλιαρντος(καλιαρ.) : ασχημότατος
[122] ντουπάρω(καλιαρ.) : ρίχνω ξύλο
[123] νάκα μπερντέ9καλιαρ.) : δεν υπάρχουν χρήματα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget