29/2/12

Είναι πούστης ο Ψωμιάδης;

http://nomadicuniversality.wordpress.com/2011/06/06/%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF-%CF%88%CF%89%CE%BC%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B7%CF%82/


του Άκη Γαβριηλίδη

Τι είδους εσώρουχα φοράει άραγε ο Παναγιώτης Ψωμιάδης;

Το ερώτημα αυτό, υπό άλλες συνθήκες δεν θα απασχολούσε κανέναν· θα ήταν αδιάφορο, και μάλιστα άτοπο, να γίνει αντικείμενο δημόσιας συζήτησης.

Ωστόσο, εν προκειμένω, αυτός που το εισάγει στο δημόσιο λόγο και το καθιστά επίδικο πολιτικό ζήτημα είναι ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος.

Πράγματι, μετά την πρόσφατη καταδίκη του σε δεύτερο βαθμό για παράβαση καθήκοντος, αλλά και ήδη πριν απ’ αυτήν, ο περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας δήλωσε επανειλημμένα ότι αυτός «δεν φοράει στριγκάκια»[1].

Γιατί είναι σημαντικό να μας ανακοινωθεί η ενδυματολογική αυτή συνήθεια; Προφανώς, με βάση την «πολιτισμική οικειότητα» που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία και γλώσσα, η δήλωση αυτή μεθερμηνεύεται αυθόρμητα από τον ακροατή ως: «εγώ δεν είμαι πούστης».

Έστω: και γιατί ενδιαφέρει το κοινό αν ο τάδε πολιτικός ή δημοσιογράφος έχει αυτόν ή τον άλλο σεξουαλικό προσανατολισμό;

Διότι, στον κώδικα νοημάτων και αξιών που ο Ψωμιάδης (ελπίζει ότι) μοιράζεται με τους αποδέκτες της δήλωσης, «πούστης» σημαίνει ανέντιμος, υποκριτής, κρυψίνους, αυτός που «άλλα λέει και άλλα κάνει».

Υπό αυτή την έννοια, αυτός ο κώδικας νοημάτων και αξιών είναι φυσικά ο σεξισμός, και ειδικότερα η ομοφοβία.

Ένα πρώτο παράδοξο του κώδικα αυτού είναι ότι είναι ο ίδιος υποκριτικός. Οι γκέι, πράγματι, ιδίως παλιότερα, αλλά εν πολλοίς ακόμη και τώρα, αναγκάζονταν να μην φανερώνουν δημόσια τον ερωτικό τους προσανατολισμό. Αλλά ο μόνος λόγος γι’ αυτό ήταν ο ίδιος αυτός κώδικας, σύμφωνα με τον οποίο είναι ατιμωτικό και επαίσχυντο να έχει κανείς το συγκεκριμένο προσανατολισμό. Το να αναγκάζουμε κάποιον να κρύβεται και μετά εμείς οι ίδιοι να τον κατηγορούμε ότι κρύβεται, είναι όχι μόνο αυτοεκπληρούμενη προφητεία (εφόσον έχει ήδη παραγάγει επιτελεστικά αυτό που έρχεται εκ των υστέρων να «διαπιστώσει» ως ελάττωμα), αλλά και μια προφητεία που υποπίπτει η ίδια στο ελάττωμα αυτό.

Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνο αυτό. Ο Ψωμιάδης, δηλώνοντας εμφατικά «είμαι άντρας», θέλει να αποδώσει στον εαυτό του ιδιότητες όπως η ευθύτητα, η παρρησία, η εντιμότητα. Ωστόσο, πόσο έντιμος μπορεί να θεωρηθεί κάποιος ο οποίος παραβαίνει το καθήκον του και αρνείται να το παραδεχτεί; Το «αντριλίκι» υποτίθεται ότι περιλαμβάνει και τη λογοδοσία, άρα την παραδοχή τυχόν λαθών. Πόσο διαθέτει κάτι τέτοιο κάποιος ο οποίος κρίνεται ένοχος δύο φορές και παρ’ όλα αυτά κρύβεται πίσω από νομικίστικα τερτίπια προσπαθώντας να παραμείνει στην καρέκλα του[2]; Αυτός που θέλει να παραβαίνει το καθήκον του και να μην υφίσταται κόστος, να μην πληρώνει τις συνέπειες όσων κάνει, μάλλον στην κατηγορία του «τζάμπα μάγκα» αξίζει να καταταγεί –ούτε καν του φραπεδόμαγκα. Και ακόμα περισσότερο αυτός που ψεύδεται –σύμφωνα με δημοσιεύματα δύο τουλάχιστο εφημερίδων[3].

Αυτή η αναντιστοιχία, τι γεγονός δηλαδή ότι η συμπεριφορά κάποιου δεν καθορίζεται στο σύνολό της από τον κώδικα αξιών τον οποίο ρητά επικαλείται, ίσως θα πρέπει να μας κάνει να υποψιαστούμε ότι ο κώδικας αυτός έχει ένα άρρητο συμπλήρωμα, ένα subtext.

Οι διαδοχικές επιτελέσεις του Ψωμιάδη στα τηλεοπτικά κανάλια, με τις οποίες προσπάθησε να κερδίσει τη συμπάθεια του κοινού, υπάκουαν σε έναν άλλο κώδικα: τον κώδικα του κοινωνικού μελοδράματος της δεκαετίας του 60.

Ο κώδικας αυτός ούτως ή άλλως είχε καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την οικοδόμηση των σχέσεων εκπροσώπησης του Ψωμιάδη με την εκλογική –και επιχειρηματική- πελατεία του, σχεδόν εξίσου όσο και η εργαλειοποίηση της ποντιακής καταγωγής του. Ήταν φυσικό να προσφύγει ξανά σε αυτόν για να εμποδίσει την πτώση του: προ ετών, όταν κατηγορήθηκε ότι είχε χτίσει αυθαίρετο, δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι «το έκανε για τη μάνα του η οποία ήταν άστεγη». Τώρα που κατηγορήθηκε –και καταδικάστηκε- ότι μείωσε από 98.000 σε 5.000 ευρώ τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί σε έμπορο καυσίμων για συστηματική νοθεία, επικαλέστηκε ότι ήταν «μία πράξη φιλανθρωπίας προς έναν ετοιμοθάνατο» και ότι ο ίδιος «ακολούθησε τη συμβολή της νομικής του υπηρεσίας επειδή δεν ξέρει γράμματα, οι γονείς του δεν είχαν λεφτά να τον στείλουν στο πανεπιστήμιο»[4].

Η αφήγηση αυτή του «έντιμου λαϊκού άντρα», του «αυτοδημιούργητου χειρώνακτα» που ακολουθεί τους κώδικες της πιάτσας και είναι «αγνός» σε σχέση με την εκζήτηση των μορφωμένων, η οποία είναι μόνο για τους πλουσίους (αλλά και διεφθαρμένους, σα να λέμε τις αδερφές), και ο οποίος διώκεται αδίκως, πατάει σε ένα μοντέλο του οποίου χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι υπήρξαν από τη δεκαετία του 60 ο Νίκος Ξανθόπουλος και ο Στέλιος Καζαντζίδης («εγώ με την αξία μου κι όχι με ξένες πλάτες …»). Καλλιτέχνες οι οποίοι τυχαίνει και οι δύο να είναι Πόντιοι. Όπως και ο Ψωμιάδης. (Όπως επίσης, πιθανότατα, και ο ευνοημένος βενζινοπώλης Καραγιαννίδης).

Η ποντιακή (υπο)κουλτούρα, και ιδίως η επιβίωση (ή μήπως παραγωγή;) της στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους, αποτελεί ένα αρκετά ιδιαίτερο φαινόμενο, το οποίο κατά τη γνώμη μου δεν έχει επαρκώς μελετηθεί. Προσωπικά προσπάθησα στο παρελθόν να εκθέσω κάποιες σκέψεις σχετικά [5]. Από την άποψη που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η κουλτούρα αυτή επίσης σε πρώτο επίπεδο θεωρείται ταυτισμένη με την αρρενωπότητα, την αυστηρότητα και την καρτερία. Ωστόσο, ισχυρίζομαι ότι αυτή η (με παραδοσιακούς όρους «θηλυπρεπής») υπόδυση του αθώου θύματος που αποσκοπεί να κερδίσει τον οίκτο και τη συμπάθεια, δεν είναι κάτι ξένο και άσχετο με τη συγκρότηση της ποντιακής υποκειμενικότητας από το 20 και μετά στην Ελλάδα και μια ορισμένη «κοινωνική ποιητική» στην οποία βασίστηκε. Η οποία οργανώθηκε ακριβώς πάνω σε μια διφυή επιτέλεση τελείως ανάλογη με αυτή που σήμερα αποδίδει προβλητικά (και προσβλητικά) στους «πούστηδες»: στο δημόσιο χώρο συμμόρφωση προς την κανονιστική ελληνικότητα, στον ιδιωτικό εμμονή στην ποντιακότητα με προσοχή να μην προκαλέσουμε.

Ίσως λοιπόν να είναι ακριβές ότι ο Παναγιώτης Ψωμιάδης «δεν φοράει στριγκάκια» με την κυριολεξία του όρου· επιδίδεται όμως σε μια επιχείρηση γοητείας η οποία, ως κοινωνική ποιητική, ενέχει ένα παιχνίδι με τις ταυτότητες και σχεδόν μια υπονόμευσή τους, που ενίοτε φτάνει στα όρια της αυτοπαρωδίας. Ως τέτοια, άθελά της είναι εξίσου και ακόμα περισσότερο queer από την πρακτική των δεδηλωμένων ή και αδήλωτων ομοφυλόφιλων.

[1] Π.χ.: «Ψωμιάδης: “Δεν είμαι φραπεδόμαγκας, δεν φοράω στριγκάκια”», http://news247.gr/ellada/politiki/kaneis_den_mporei_na_me_fimwsei_dhlwnei_se_prwinh_ekpomph.837950.html

[2] «Η πλευρά του περιφερειάρχη υποστηρίζει πως το αδίκημα τελέστηκε κατά τη διάρκεια θητείας του σε άλλη θέση (του νομάρχη), επομένως δεν επηρεάζει το σημερινό του αξίωμα» (Μακεδονία 05/04/2011).

[3] «Τον έκαψε το ρουσφέτι στον “κολλητό”», Έθνος 17/04/2011· «Τι αποκρύπτει ο Παναγιώτης Ψωμιάδης», Μακεδονία 18/04/2011, http://www.makthes.gr/news/politics/72287/.

[4] Βλ. Μακεδονία, ό.π.

[5] Βλ.: «Εμείς οι έποικοι», http://wp.me/p1eY1R-30

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget