30/5/12

Ανδρέας Αγγελάκης, Αλησμόνητα σινεμά, Εξάντας, 1989

ΦΟΡΕΑΣ
Έχω AIDS. Πριν δέκα μήνες το ανακάλυψα. Κάτι ζαλάδες, κάτι κομάρες, δε μπορούσα να πάρω τα πόδια μου, ευκοίλια ένα σωρό, αϋπνίες, ιδρώτες. Το ‘πα στο τεκνό μου, ένα ναυτικό, τρίτος μηχανικός σε ποστάλι, που περιμάζεψα τότε που δεν είχε φράγκο και τώρα ούτε που γυρίζει να μας δει. «Μωρή, πήγαινε να κάνεις το τεστ μπας έχεις τίποτα και κάψεις κι εμάς, άι στο διάολο», μου κάνει. Η αλήθεια είναι πως το ‘θελα κι εγώ. Κάτι απ’ την τηλεόραση, κάτι απ’ τον «Οικογενειακό Θησαυρό», με είχανε ζώσει τα φίδια. «Να πάω», του ‘λέω. Τραβάω στην Αθήνα, εκεί κοντά στου Παναθηναϊκού το γήπεδο, πήρα και την Κωστούλα μαζί, καλό παιδί, κομμωτής αυτός, πουρεμένος, καμιά σαρανταριά χρονώ. Εγώ έχω δεν έχω κλείσει τα τριανταδύο. Πάμε, που λες, στηνόμαστε, να μη σ’ τα πολυλογώ, το τεστ θετικό. Σοκ εγώ. «Και τώρα τι γίνεται, μωρή Κωστούλα;» τη ρωτάω. Κίτρινη αυτή, κατακίτρινη, έχει πανιάσει και δεν ξέρει τι να πει. «Θα δούμε», μου λέει, «να ρωτήσουμε το γιατρό». Τι να μας πει κι αυτός; Τα τρία κακά της μοίρας του δεν ήξερε. «Καλή τροφή και ύπνος και μην κουράζεστε, σας παρακαλώ, και μειώστε τους ερωτικούς συντρόφους σας (πού κουράγιο για τέτοια πια) και απαραίτητα τα προφυλακτικά και να σας ξαναδούμε πώς πάτε γιατί κι εμείς στο στάδιο της ερεύνης είμαστε». Κατάλαβες δηλαδή η σκρόφα η μουστακαλού; Πειραματόζωα. .
Εγώ, όχι που να το παινευτώ, αλλά καθαρός-πεντακάθαρος υπήρξα από ανέκαθεν. Α, όλα κι όλα. Μετά το γαμίσι, πάντα σαπουνάδα και νερό. Κι εγώ και το τεκνό, να του πλένω με τα ίδια μου τα χέρια τη σερ μελιά. Μια φορά μάλιστα στη Σαλαμίνα, που τα ‘χα μ’ έναν ψαρά ιδιότροπο, μ’ έκανε κι αγόρασα ένα μπουκάλι αντισηπτικό, δε θυμάμαι πώς το λέγανε τώρα. Ο φαρμακοποιός το διάλεξε, όταν του εξήγησα απ’ έξω-απ’ έξω για ποιο λόγο το ήθελα. Και το μπάνιο μου κι η κολόνια μου και το πεντακάθαρο σλιπάκι μου. Τα πάντα. Εκεί που τα χαλούσαμε πάντα ήταν η καπότα. Τοπροφυλακτικό, όπως έμαθε και πιπιλίζει τώρα όλος ο κόσμος. Δεν τη βρίσκω με την καπότα. Βέβαια, αμέσως μετά πάω στον καμπινέ, καταλαβαίνεις. Κάτι σα να με τσούζει, σα να με ψιλοπονάει, εν πάση περιπτώσει, δεν τη συνήθισα ποτέ. Σπάνια αγόραζα. Αλλά και σπάνια μου ζητούσαν. Ξέρω ‘γώ; Γι’ αυτό και δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω στο γιατρό που με ρώτησε σχετικά κι επέμενε. Του τα μάσαγα. Κι αυτός να ξαναρωτάει. Τι να πω;
Τώρα πια ό,τι έγινε έγινε. Και το τεκνό ο μηχανικός έτζασε κι οι φίλοι μου οι πιο πολλοί γίνανε λούηδες μόλις το τζίναψαν και μου ‘μεινε μονάχα η Κωστούλα, ας είναι καλά το παιδί. Μου παραστάθηκε, δε μπορώ να πω. Και μάνα και πατέρας κι αδερΦός. Στο Ιπποκράτειο, που της έπεφτε κομμάτι μακριά, έκλεινε το κομμωτήριο μια ώρα νωρίτερα για να ‘ρχεται να με βλέπει, τότε με τη μεγάλη μου εξάντληση.
Έμεινα κοντά ένα μήνα. Ό,τι είχα και δεν είχα έγινε καπνός. Και τι να αάλει στη μπάντα ένας χορευτής, πότε Τρούμπα, πότε κανένα τραβεστί σόου σ’ ένα στέκι στην Αθήνα, πότε καμιά αρπαχτή στην επαρχία, Βέροια, Νάουσα, ξέρεις. Ψιλοπράματα. Πάνε, σκορπιστήκανε. Το ‘γραψα του αδερφού μου του μεγάλου στη Σαλονίκη, άφησα τις ντροπές καταμέρος και του ζήτησα να βάλει το χέρι στην τσέπη. «Σ’ έχω ξεγράψει προ πολλού», μου απαντάει στην επιστολή. «Με πούστηδες δε θέλω να ‘χει σχέση η οικογένειά μου και ν’ αλλάξεις όνομα να μη μας ρεζιλεύεις». Κι ούτε ένα πράσινο Φύλλο. Τ’ όνομα τόνε μάρανε που να του ‘ρθει το μπαρό και να μην του ξεκολλάει, Θε μου, συχώρεσέ με. Τι μου φταίνε τα παιδιά του, σάμπως μ’ έχει αΦήσει να γνωρίσω κι εγώ τ’ ανίΨια μου, να τους πάρω ένα δώρο, να τα ρωτήσω για το σχολείο τους; Δυο αγοράκια, οχτώ και δέκα χρονώ. Μωρέ, ας ζούσε η μάνα μου και θα σ’ τόνε κανόνιζε. Μόνο αυτή να φοβόταν. Αυτός φτυστός σαν το κάθαρμα τον πατέρα μου. Συγγενείς κι αδέρφια, σου λέει ο άλλος. «Ποιος σου βγαλε το μάτι κι είν’ έτσι βαθιά βγαλμένος ο αδερΦός μου». Θαρρείς πως έτσι βγήκαν οι παροιμίες; Από σοφία προέρχονται.
Με βγάλαν μια φορά και στην τηλεόραση. Δηλαδή την πλάτη μου . Αν κι εγώ δε θα ‘χα αντίρρηση να με δείχνανε και πρόσωπο και σώμα κι όλα. Σιγά τώρα. Τι είχα, τι έχασα. Κάτι με ρωτάγανε κι απαντούσα, ο
σκηνοθέτης με βοήθησε πολύ, τα ‘χα γράψει σ’ ένα χαρτάκι και τα προβάραμε τρεις-τέσσερις φορές. «Ωραίο βγήκε», μου είπανε, εγώ δεν κατάλαβα τίποτα - ως κι η φωνή μου έμοιαζε διαφόρετική, ίσως ήταν και το κρύωμα που είχα τότε και κρατιόμουνα μη βήξω. Με φέρανε με ταξί στο σπίτι πίσω και μια μούτζα δημοσιογράφος κράτησε το τηλέφωνό μου. Κάτι θα ‘κανε για οικονομική ενίσχυση μέσα στους τεχνικούς του στούντιο, είπε. Δεν πήρε ποτέ τηλέφωνο, αν την είδατε εσείς την είδα κι εγώ. Δε βαριέσαι. Κάναν τη δουλειά τους και χεστήκανε για τα περαιτέρω. Αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς.. .
Α, ναι, και μια φορά κάποιος μου πήρε συνέντευξη μεγάλη. Δημοσιεύτηκε στην «Απογευματινή». Καλέ, μισή σελίδα με φωτογραφίες έγχρωμες και τέτοια. Αισθάνθηκα πολλή περηφάνια, κάτι σαν ήρωας, κι ο δημοσιογράφος μου Φέρθηκε πολύ κύριος. Ήρθε με πορτοκαλάδες και φρυγανιές και πάστες. Βέβαια εμένα το μάτι μου δούλευε και μου φάνηκε ψιλοτζιναβωτός, αλλά δεν έδωσα ουδεμίαν σημασία. Δικαίωμά του του ανθρώπου. Ο καθένας είναι ελεύθερος να τη βρίσκει όπως θέλει στο κρεβάτι. Μόνο που μου έκανε, πώς να το πω, κάπως αδιάκριτες ερωτήσεις, άσχετες με την υγεία μου: δηλαδή, πού έβρισκα τους γκόμενους κι αν τους πλήρωνα και διάφορα τέτοια πρόσωπικά. Ευτυχώς η Κωστούλα μού έγνεΨε να το βουλώσω, απ’ την κουζίνα που άκουγε, κι έκανα πως δεν κατάλαβα την ερώτηση λέγοντας κάτι για την επαγγελματική μου σταδιοδρομία και το χορό.
Αν είναι δυνατόν να ξεγελάσει εμένα η λουμπίνα. Στην πουτάνα πουτανιά. Πάντως το χάρηκα, γιατί κι οι φωτογραΦίες που με τράβηξε ένα άλλο τεκνό, που είχε φέρει μαζί, μ’ έδειχναν μια χαρά. Υγιέστατο.
Όπως κι η μούτζα της τηλεόρασης, υποσχέθηκε κι αυτός οικονομική ενίσχυση, πήρε τα μπογαλάκια του κι έγινε καπνός. Τι θέλουνε κι υπόσχονται, τους ζήτησε κανένας τίποτα; Τώρα είμαι καλά. Παίρνω και κάτι βιταμίνες απ’ το φαρμακείο κι αισθάνομαι καλύτερα. Δεν έχω κανονική ασφάλιση και δε μπορώ ν’ αγοράζω πολλά Φάρμακα. Ο φαρμακοποιός που ξέρει το πρόβλημά μου μου δίνει πολλές φορές βιταμίνες, σταγόνες, ένζυμα κι άλλα διάφορα τέτοια, τζάμπα. Δε δέχεται να πληρωθεί. Πολύ εντάξει τύπος.
Ε, πάω καμιά βόλτα, κάνω κανένα τηλέφωνο, μου φέρνει η Κωστούλα το «Ντομινό», Το «Πάνθεον», περνάει η ώρα. Τι να κάνεις…
Α, ξέχασα. Η Κωστούλα μου ‘φερε και βίντεο. Το δικό της. Να ‘ναι καλά. Μέρες να μου κόβει ο Παντοδύναμος και χρόνια να της δίνει, με όλη μου την ψυχή το λέω. Μου ‘κανε πολύ καλό το βίντεο, που λέτε. Γιατί, στην τηλεόραση τι θα δεις; Τα πολιτικά; Τα βαριέμαι. Μια ζωή τα ίδια, μια ζωή απάτες. Βέβαια μ’ αρέσουνε τα σίριαλ. Ιδίως τα ξένα. Τα ελληνικά τα βρίσκω βαρετά - γυφτιά και μιζέρια. Ενώ τα ξένα, παιδί μου, είναι άλλο πράμα. Εκείνη η «Δυναστεία» ήταν το κάτι άλλο. Τι πλούτος, τι πολυτέλεια, τι πισίνες, τι ρούχα, τι αυτοκίνητα. Και κάτι τεκνά δυο μέτρα μπόι. Όχι σαν τα δικά μας τα κοντοστούπικα. Πότε ήταν που το βλεπα ανελλιπώς στην τηλεόραση… ‘82; ‘83; Δε θυμάμαι. Παρασκευές ήτανε πάντως. Στηνόμουνα στην τηλεόραση, είχα τότε μια μικρή μαυρόασπρη, δεν άντεχαν τα οικονομικά μου για μεγαλύτερη, άσε πια την έγχρωμη, αυτό ήταν όνειρο απατηλό. Αχ, συγκινήθηκα τώρα που θυμήθηκα τη «Δυναστεία». Ήμουνα τότε καλά, βλέπεις, σαν την καλή χαρά, κι αλώνιζα τους σινεμάδες και τα πάρκα.’ Καλέ, στη «Δυναστεία»δεν ήτανε που ο γιος είναι τζιναβωτός και συζεί μ’ ένα άλλο παιδί δικό μας και το πετάει κατάμουτρα του
πατέρα: «Ναι, βρε, είμαι πούστης κι ό,τι θέλει ας γίνει» - δηλαδή δεν το ‘πε έτσι, το ‘πε λίγο περί διαγραμμάτου, αλλά ο πατέρας κόντεΨε να πάθει αποπληξία και τον αποκλήρωσε, ή κάτι τέτοιο.
Μόνο η Τζόαν Κόλινς πήρε το μέρος του δικού μας. Τι γυναίκα! Γυναικάρα με τα όλα της. Λένε πως έχει κάνει τρία λίφτιγκ και πάει για το τέταρτο, αλλά γιατί να την κατηγορήσω; Αν είχα το μπερντέ, θα ‘κανα κι εγώ - που λέει ο λόγος. Μια ζωή την έχουμε. Αυτή, λοιπόν, θυμάμαι πως πήρε το μέρος του δικού μας. Μάνα, βλέπεις. Όχι σαν τα ρεμάλια τους φασίστες τους πατεράδες που μας δέρνουνε και μας δίνουν για στιγματισμό στην κοινωνία και μας κάνουν το βίο αβιωτο. Σ’ τα ‘πα και πριν. Κόλαση μου ‘χαν κάνει τη ζωήμου, μέχρι που τους τα βρόντηξα και το ‘σκασα κι είπα«τέρμα η καταπίεση και το κλάμα, κώλος μου είναι και τον κάνω ό,τι θέλω».
Αμ τι θαρρείς. Ε, μου λείπουν βέβαια. ‘Αλλο να ‘σαι στη ζεστασιά σου και στο σπιτικό σου κι άλλο ανάμεσα σε ξένους. Ιδίως τώρα, με την αρρώστια μου, θα ‘θελα κι εγώ μια συντροφιά κάποιου δικού μου να με πάει και σε κανέναν άλλο γιατρό να δούμε τι θα γίνει. Ή στην Αμερική… Λένε πως πουλάνε το φάρμακο σε μερικά νοσοκομεία, αλλά κάνει ακριβά και δεν το διαδίδουν.
Στην Αμερική όλα συμβαίνουν. Αν έχεις λεφτά, βρε, και τον καρκίνο τον κάνεις γρίπη. Αχ, πουτάνα τύχη, που μας γέννησες φτωχούς. Τώρα μόνη μας χαρά να βλέπουμε τη Φιλίνη και τον Ψάλτη στο βίντεο. Όσο για τ’ άλλα, κουραβέλτες και τα σχετικά, δεν έχω διάθεση. Μπορεί να μου ‘ρθει. Πού ξέρεις; Άλλοι λένε θα βρεθεί το φάρμακο τώρα κοντά, άλλοι λένε το 2000. Πλήρης σύγχυσις, δηλαδή.
Σ’ ένα περιοδικό διάβασα πως έγινε ένας σύλλογoς για φορείς του AIDS. Πάν’, συγκεντρώνονται, μιλάνε, γελάνε, δίνουνε λεφτά ο ένας στον άλλο. Λέω να πάω. Τι έχω να χάσω; Βάρδα μην είναι κανένας σύλλογος με θεότρελες αδερΦές, θα τις καλιαρντέψω - όταν είναι παραπάνω από δυο, δεν υπάρχει χειρότερη φάρα. Προτιμώ να κάνω παρέα με τα πρεζόνια.
Άκουσα πως είναι πιο πολλοί φορείς κι απ’ τους ομοφυλόφιλους. Το κολλάνε απ’ τις ενέσεις τους. Θεός φυλάξει, μόνο χασίσι κάπνισα πέντ’ έξι φορές κι αυτό για το χατίρι εκείνου του αλευρά που ήθελε να με σπιτώσει. Ύστερα εξαφανίστηκε κι αυτός. Όπως όλοι. Έχεις δεν έχεις AIDS. Αυτό να λέγεται. Τώρα περιμένω. Να δουλέψω δε μπορώ, βέβαια. Ποιος θα με πάρει που δε μπορώ να κουνήσω καλά-καλά τα πόδια μου. Κι εμείς τα πόδια μας τα υπολογίζουμε πολύ. Είναι το εργαλείο για τη δουλειά μας.
…0 γιατρός μού ‘κοψε το κάπνισμα. Αυτό μου στοίχισε πολύ. Αχ, να ‘χα ένα τσιγαράκι τώρα. Δε βαριέσαι. Έτσι είναι η ζωή. Το πιο πολύ, πίκρες και βάσανα.
Ανδρέας Αγγελάκης, Αλησμόνητα σινεμά, Εξάντας, 1989

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget