30/5/12

Ανδρέας Αγγελάκης

ΟΙ ΩΡΑΙΕΣ ΝΕΚΡΕΣ

Ζούνε, δεν ζούνε; Έρχονται στο ύπνο μας
οι αραχνιασμένες, οι παλιές, οι πεθαμένες αδελφές
με ψεύτικα μπιζού, ξεδοντιασμένες, άσπρες,
αλλά με χείλη κατακόκκινα σαν του θανάτου
η Τζίλντα, η Ρίτα, η Συλβάνα απ' τη Χαβάη,
άλλες φορούνε κάτασπρο φουστάνι,
άλλες κρατάνε τσάντα,
άλλες ξεφωνίζουνε, σε ξεκουφαίνουν,
οι πιο πολλές, όμως, κοιτούν αμίλητα μπροστά τους.
Τις βλέπω όλες μαζί στον ύπνο μου
να βγαίνουν απ' τους τάφους τους,
κάτι υπόγεια στο Μεταξουργείο ή στην Πλατεία Βάθης
να προχωρούν προς τα παλιά τους στέκια αγκαζέ,
να πλημμυρίζουν τα παγκάκια της Κουμουνδούρου
και το φεγγάρι να 'ρχεται,
να πέφτει και να κάθεται
απάνω στο εμπριμέ φουστάνι τους,
αυτές το παίρνουν αγκαλιά, το πιπιλάνε,
γλυκά δαγκώνουν το λαιμό του,
το αποκαλούν με ονόματα παλιών νταβάδων
το ρίχνουνε σαν μπάλα η μια στην αγκαλιά της άλλης
γύρω τους έρχονται και φεύγουν
τσόλια, αστυνομικοί και χασικλήδες,
μα το φεγγάρι δυσφορεί στο τέλος,
χασμουριέται, θέλει ψιλά να πληρώσει το ξενοδοχείο του,
κι αυτές πρέπει ξανά να μπουν στον τάφο τους,
γλυκοχαράζει,
έκαναν το καθήκον τους,
Όλα βρίσκονται όπως τ' άφησαν.
βάζουνε λίγο τοκαλόν,
λίγο κραγιόν στα χείλη
και διαλύονται σε καπνό.
Μένει, απ' όπου πέρασαν, λίγη άχνα,
τσαλακωμένα χαρτομάντιλα, ένα δίφραγκο.
Πέντε η ώρα.
Κατουρούν οι πρώτοι εισπράκτορες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget