18/7/12

Φτερά, πάρτε καλά φτερά

Η περιπλάνηση του Ανδρέα, της Φτερούς, στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας το 1965 και η καζούρα που έκανε στον ντροπαλό κύριο με το καρό κοστούμι και στην κοντή και πλαδαρή κυρία...

Ο Ανδρέας, η Φτερού, αλώνιζε το ιστορικό κέντρο της Αθήνας από το 1965. Ηταν μια μορφή, ένα σκέρτσο, μια ομορφιά. Και είναι ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο βιβλίο του Κώστα Παπασπήλιου «Οι ωραίοι των Αθηνών» (εκδόσεις Ιρις - Α.Σ. Φιλιππότης).
Η ΦτερούΗ πλατεία του Καρύτση κρυμμένη πίσω από την παλιά Βουλή, είχε έναν ξεχωριστό παλμό. Στην αγκαλιά της ήταν κάτι ήσυχα μαγαζιά, ήτα το θέατρο Μουσούρη, ήταν και ο Παρνασσός του πολιτισμού. Στο κέντρο της ήταν και ο άγιος Γεώργιος που οι ψαλτάδες του συναγωνίζονταν τους καλικέλαδους συναδέλφους της Μητρόπολης. Αρκετά πρωινά τους συναγωνιζόταν κι ο πιο καλικέλαδος βιοπαλαιστής των Αθηνών.
-φτερού, φτερά, πάρτε καλά φτερά.
Με την ψιλή παράξενη τραγουδιστή φωνή του ο Ανδρέας, ξυπνούσε την Αθήνα από το λήθαργο της μονοτονίας και του μόχθου. Λίγες στιγμές μετά την ηχώ της φωνής του, εμφανιζόταν και ο ίδιος με βήμα χορευτό και σκέρτσο κινηματογραφικό. Αθλητικός και ευθυτενής με το ίδιο σπορ φανελάκι και τα ίδια πάνινα παπούτσια, είχε στον ώμο του μια τσάντα φτερά και κάνα δυο στα χέρια. Γι αυτούς που δεν τον ξέρανε, ήταν η πιο απρόβλεπτη παράσταση του δρόμου. Οπως κατέβαινε προς την Πραξιτέλους για να διαχυθεί στο ιστορικό κέντρο, ανέδιδε μια αύρα διαφορετική. Στο πέρασμά του δεν υπήρχε άνθρωπος να μην κοντοσταθεί εκστατικά. Ο Ανδρέας που γνώριζε το χάρισμά του, το χαιρότανε πολύ. Σαν άνθρωπος όμως απλός και χιουμορίστας, ήθελε πάντα με την στεντόρεια φωνή του να το διακωμωδεί.
τι με κοιτάς κυρά μου, νομίζεις θα φτερουκατήσω με τόσα φτερά;
Μόλις πλησίαζε σε κανένα γνωστό μαγαζί έκανε την απαραίτητη στάση. Τότε ο μαγαζάτορας κι οι χιουμορίστες γείτονές του, έσπευδαν να τον προκαλέσουν. Ο Ανδρέας πάντα κεφάτος ήξερε να τους παίζει στα δάχτυλα. Οπως και τον ευτραφή Αρμένη πούχε μεγάλα φρύδια γαϊτάνια κι ήθελε να έχει λόγο.
βρε πάλι μίλησε το μαυρομάτικο φασόλι.
Με την αετίσια ματιά του ο Ανδρέας έπαιρνε είδηση και τα πιο ασήμαντα πράγματα. Αν έβλεπε κάτι που τον ερέθιζε, φοβερά ετοιμόλογος δε χαριζότανε με τίποτα. Κάποτε καθώς ρητόρευε σε κάποιο μαγαζί, είδε στην είσοδο να κοντοστέκεται ένας ντροπαλός κύριος με καρό κουστούμι. Τότε γέρνοντας πέρα δώθε το κεφάλι, προσπαθούσε να τον συναντήσει στα μάτια. Ο ανθρωπάκος μισοχαμογελώντας, τραβιόταν πέρα δώθε κι αυτός να κρυφτεί όλο ντροπή. Οπότε ο Ανδρέας του την πέταξε απνευστί.
μη φοβόστε κύριε, το ίδιο τραπεζομάντιλο που φοράτε, το έχω κι εγώ σπίτι μου.
Με τις γυναίκες έκανε τις πιο μεγάλες πλάκες. Όταν μάλιστα ήταν και προκλητικές αλοίμονό τους. Μια φορά βρέθηκε στο δρόμο του μια κοντή, χοντρή και πλαδαρή κυρία. Στα πόδια της οι κιρσοί φαίνονταν να την βασανίζουν αφόρητα. Παρ όλα αυτά η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι.
Στάσου Φτερού να μου δώσεις ένα καλό φτερό.
Μάλιστα κυρία μου να σου δώσω ένα καλό φτερό αλλά πώς το προτιμάς Ελληνικό ή Κινέζικο;
Δώς μου ένα κινέζικο αν και στοιχηματίζω πως όλα τα φτερά σου είναι από ελληνική κότα.
Μα τι λες κυρία μου τα φτερά της ελληνικής κότας είναι κοντά, χοντρά, πλαδαρά κι έχουν κάτι κιρσούς να...
Η κοντή, χοντρή, πλαδαρή και με κιρσούς κυρία, έντρομη πήρε το φτερό της κι έκανε... φτερά.
Σοφία Ταράντου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget