19/7/16

Απλά Νανα ξανά και ξανά

15
20110622182517_img_8044sm.jpg
του Γιώργου Τσιτιρίδη
Εικόνες: Γιώργος Στριφτάρης
Τη Νανά Χατζή την πρωτογνώρισα στα 18 μου ένα χειμωνιάτικο ξημέρωμα στο Βαρδάρη. Είχα παγώσει κάνοντας βόλτες στην Αναγεννήσεως. Έριχνε αυτή την ψιλή βροχή, σαν χιονόνερο. Με πλησίασε και με αγκάλιασε σκεπάζοντάς με ολόκληρο με μια υπέροχη ζεστή γούνα. Από τότε η σχέση μας είναι σαν μάνας γιου. Η Νανά και η φιλοξενία της σε κάνουν να μην μπορείς να φύγεις εύκολα από το σπίτι της. Πατημένα 70 σήμερα με ένα έμφραγμα να την ταλαιπωρεί και αφού έχει διατελέσει πόρνη, τσατσά (σε διάφορα μπορντέλα της Β. Ελλάδος), πολίτης του κόσμου, πολυταξιδεμένη με 2 γάμους και 4 παιδιά στο ενεργητικό της συνεχίζει να είναι εκείνη η αυτοκράτειρα που τα αγόρια της γειτονιάς θέλανε να φιλήσουν.



Σε βρίσκουμε μετά από μια περιπέτεια με την υγεία σου. Έπαθες έμφραγμα. Πώς είσαι τώρα;
Καλά μια χαρά, περπατάω. Έκανα δυο μπαλονάκια, στεφανειογραφία περιμένω να κάνω ένα ακόμα μπαλονάκι.
Ένιωσες ότι εκείνη η στιγμή μπορεί να ήταν και η τελευταία στιγμή της ζωής σου;
Ναι, το ένιωσα την ώρα που έπαθα το έμφραγμα. Έτσι όπως καθόμουν με πόνεσε το στήθος δεν μπορούσα να πάρω αναπνοή, με πόνεσε το χέρι. Είπα η καρδιά μου είναι. Να είναι καλά το 166 ήρθε μέσα σε 3 λεπτά. Μόλις με είδε ο γιατρός λέει «ετοιμάστε τα καλώδια».
Ήθελες να είχες προλάβει να κάνεις κάτι που δεν είχες κάνει ως εκείνη τη στιγμή;
Όχι, έκανα πάρα πολλά στην ζωή μου, δεν έχω παράπονο.
Είχες πρόβλημα με τους γιατρούς και το προσωπικό επειδή είσαι τραβεστί;
Όχι κανένα, ήταν όλοι υπέροχοι και τα κορίτσια και οι γιατροί. Τους βλέπω και τώρα που πάω για τα φάρμακα και τις εξετάσεις. Ήρθε ο γιατρός την ώρα που μου κάνανε την εισαγωγή και μου λέει «Τα χαρτιά σου γράφουν ένα άλλο όνομα αλλά πώς να σε λέμε;» Του λέω Νανά και λέει «Ακούτε; Από εδώ και πέρα θα την λέτε Νανα». Και κάθισα 12 μέρες εντατική και μετά στο θάλαμο. Με φωνάζανε μόνο Νανά και όχι με το όνομα που βλέπανε στα χαρτιά.
Είσαι από τις πιο παλιές τρανς τις πόλης μας τι έχεις να θυμάσαι από παλιά; Πώς ήταν η ζωή στην πόλη;
Ε όχι και από τις παλαιότερες, κάτσε καλά, έχει και πιο παλιές. Τι υπαινίσσεσαι δηλαδή; Είναι σαν να λες ότι είμαι ξαδέλφη με το Λευκό Πύργο (γέλια). Ήταν διαφορετική εποχή από την σημερινή η δεκαετία του 70’ και του 80’. Θυμάμαι ότι είχα ξεκινήσει να βγαίνω σαν τράνς την εποχή του μεγάλου σεισμού περίπου το 1978. Ήταν φανταστική η Θεσσαλονίκη. Τα γκέι μαγαζιά ήταν πολλά, μπαράκια, ντίσκο, μπουζούκια, ταβέρνες. Το σέξ ήταν ελεύθερο. Οι μούντζες στις παρέες ζητούσανε συμβουλές από τις τρανς πώς να φτιάχνονται πώς να βάφονται, πώς να δείχνει στητό το στήθος. Είχε και πολλά μαγαζιά που δούλευαν τρανς. Δεν δουλεύαμε στο δρόμο. Ήταν οι Άγγελοι του Σάκη, το Σεχραζάτ, το Παραντάιζ του Μίλτου του Βλάχου, η Στάσα. Εκεί στα σεπαρέ κάναμε βίζιτες. Ερχότανε ο κόσμος για να χύσει. Μετά ήρθε το aids. Οι δημοτικές αρχές δεν ανανέωσανε τις άδειες από κανένα μαγαζί που δούλευαν τρανς και άρχισαν να κλείνουν. Ο κόσμος φοβότανε, όχι να μας κάνει παρέα και να μας μιλήσει, ούτε στα 5 μέτρα δεν ήθελε να σταθεί δίπλα μας, γιατί ήμασταν τα άτομα υψηλού κινδύνου.
Ήταν δύσκολο να είσαι τρανς τότε…
Όχι, πιστεύω ότι ήταν πολύ πιο εύκολα. Γιατί ήταν πάρα πολλές οι τραβεστί στην Θεσσαλονίκη και είχαμε και τα μαγαζιά, δεν χρειαζόταν να είμαστε στο δρόμο.
Τώρα είναι λιγότερες δηλαδή; Γιατί λες ότι τότε ήταν πολλές;
Μην ξεχνάς ότι τότε ήμασταν τόσο πολλές γιατί πολλοί γκέι γινότανε τραβεστί για να μπορούν να βγάλουν λεφτά να ζούνε, για να έχουν λεφτά για τα ναρκωτικά τα γλέντια και για να δίνουν στους γκόμενους. Λίγες ήταν τότε τρανς, καθαρά από επιλογή και μια από αυτές ήμουν εγώ. Αυτό πλέον στις μέρες μας έπαψε βέβαια να υφίσταται. Οι γκέι δεν γίνονται τρανς χωρίς να το θέλουν, απλά για γκομενικά και φράγκα.
Πώς το πήρες απόφαση. Πότε ήταν που είπες τώρα θα βάλω τα γυναικεία και θα βγω;
Πάντα μου άρεζε να φοράω γυναικεία ρούχα. Κοίταζα πως θα φύγω από την δουλειά να πάω σπίτι να βάλω ρόμπες κελεμπίες. Μόνο με τέτοια κυκλοφορούσα. Έτσι ήθελα να είμαι. Και ήθελα να τα φοράω και έξω. Στην αρχή ξεκίνησα να έχω πρόβλημα με την δουλειά μου. Ήμουν ο καλύτερος υπάλληλος, αλλά μόλις ανακαλύπτανε ότι είμαι ομοφυλόφιλος λέγανε κάποιες δικαιολογίες και με διώχανε. Έγινε κάποιες φορές αυτό και μετά αναγκάστηκα και πήγα και δούλεψα σε μπάρ. Στην αρχή στην Επτάλοφο, σε ένα μπάρ που πηγαίνανε τραβεστί. Τότε άρχισα να κάνω ορμόνες και να αφήνω μακριά τα μαλλιά μου. Στο μπάρ εκείνο σύχναζε και ο Παπαχρόνης. Ήταν από τους καλούς μας πελάτες. Πριν γίνουν γνωστά τα εγκλήματα του και πάει φυλακή ως Δράκος της Δράμας.
Τώρα δεν είναι πιο εύκολα τα πράγματα; Έχουν γίνει νόμοι είμαστε πιο αποδεκτοί.
Κοίτα, από πελάτες εκείνα τα χρόνια έχω περάσει πολλά. Με χτυπήσανε, με μαχαιρώσανε, με κλέψανε, μου έχουν κάνει διάφορα. Από τον κόσμο όμως δεν είχα πρόβλημα. Τώρα, πριν σταματήσω να δουλεύω πριν μερικά χρόνια, είχα μεγάλο πρόβλημα από τον κόσμο να με αποδεχτεί. Ερχότανε μικρά παιδιά με γιαούρτια, με σαλάτες, με πέτρες και τα πετούσαν. Εκείνα τα χρόνια δεν είχα τέτοια. Εκείνα τα χρόνια στεκόντουσαν τα παιδιά απέναντι στο τοίχο και περιμένανε πότε θα τα φωνάξουμε να κάνουν θελήματα, να πάνε να μας πάρουν τσιγάρα, καμιά μπύρα, ένα αναψυκτικό. Υποτίθεται ότι σήμερα ο κόσμος, μετά από τόση ενημέρωση, θα ήταν πιο ανεκτικός και δεκτικός σε σχέση με παλιά που ο κόσμος ήταν καθυστερημένος. Αλλά σήμερα ακούω να με κράζουν και ειδικά νέα παιδιά που έχουν ενημέρωση.
Δεν σε κράζανε παλιά δηλαδή;
Με κράζανε και τότε αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό και ήταν όπως λέμε και άλλες εποχές. Με κράζανε πολύ σπάνια.. Ποτέ βέβαια δεν έδινα σημασία στο κράξιμο. Δεν έβριζα και δεν τους έκραζα και εγώ για να κάνω φασαρία και έτσι είχα το δίκιο με το μέρος μου και ο κόσμος τους απόπαιρνε που με ενοχλούσαν και τα έβαζε μαζί τους. Επίσης ποτέ δεν ήμουν υπερβολικά προκλητική. Δεν με ενδιέφερε να τραβώ τα βλέμματα, περνούσα απαρατήρητη σαν μια οποιαδήποτε γυναίκα στο δρόμο.
Γιατί πιστεύεις ότι οι τρανς δεν κατάφεραν όλα αυτά τα χρόνια να κάνουν ένα επαρκώς μεγάλο και ισχυρό κίνημα;
Αν θέλανε θα μπορούσανε να κάνουν πολλά πράγματα. Η μια ζήλευε την άλλη, υπήρχε πολύς ανταγωνισμός. Ήταν οι κόντρες στις πιάτσες, οι κλίκες.
Ένιωθες πάντα παγιδευμένη σε ένα ξένο σώμα;
Και η ψυχολογία μου και η διάθεση μου και η επιθυμία μου ήταν να είμαι γυναίκα, άσχετα αν έζησα πολλά χρόνια σαν αγόρι. Από μικρό παιδί, πριν πάω σχολείο στο Καραμπουρνάκι, στην γειτονιά μου, έλεγα στα παιδιά: «Μην κοιτάτε τώρα που είμαι αγόρι, κανονικά κάπου αλλού είμαι κορίτσι». Δεν μπορούσα να καταλάβω αυτό που ένιωθα μέσα μου και δεν ήξερα πώς να το εκφράσω.
Πρώτη σεξουαλική εμπειρία σου ήταν με αγόρι ή με κορίτσι;
Πρώτη φορά που μου βάλανε χέρι ήταν με έναν θείο μου, στο δημοτικό ήμουνα. Με έπαιρνε αγκαλιά και έβαζε την πούτσα του ανάμεσα στα πόδια μου και έκανε πως με χόρευε και έχυνε. Αλλά από τότε, εγώ μάζευα τα παιδιά της γειτονιάς, εκεί που είναι τα ανάκτορα τώρα – το Παλατάκι – τότε δεν υπήρχε τίποτα, τους έβαζα σε μια γραμμή και τους έλεγα να τραβάνε μαλακία και όποιος έφτανε πιο μακριά πήγαινα και τον φιλούσα. Ήμουν η βασίλισσα. Καθόμουνα στην βρύση του Δήμου -τότε τα σπίτια δεν είχαν νερό- η οποία ήταν με κολωνάκια σαν θρόνος και ήμουν εγώ η αυτοκράτειρα. Επίσης από μικρό παιδί δεν έπαιζα ποτέ με αγόρια. Μόνο να μου κάνουν θελήματα να τα φιλάω ήθελα..
Την βίωσες την σεξουαλικότητα και την εφηβεία εύκολα;
Όχι ήταν πολύ δύσκολα. Δεν μπορούσες να μιλήσεις σε άνθρωπο τότε, ό,τι είχα, ότι σκεφτόμουνα, το περνούσα μόνη μου, δεν είχα κάπου να το πω κάπου να μιλήσω.
Πώς ήταν ο Βαρδάρης τότε; Τον θυμάσαι;
Ήμουν μικρή δεν μπορώ να θυμάμαι τι γινόταν στο Βαρδάρη. Αλλά με τι γιαγιά μου, που κατέβαινα κάποιες φορές γιατί είχε ένα σπίτι εκεί και πήγαινε και έπαιρνε τα ενοίκια, θυμάμαι ότι στον παλιό Σταθμό, στο νέο δρόμο που ανοίξανε, τότε υπήρχαν κάτι χαμηλές ταβέρνες και καθότανε πουτάνες, χοντρές, γριές με πολύ κόκκινα χείλη και έντονα μάτια. Το ίδιο και η οδός Ειρήνης που ήταν γεμάτη μπουρδέλα κατά μήκους του τείχους που σώζεται. Καθότανε με τις διάφανες τις ρόμπες, γυμνές με ανοιχτά τα πόδια και περνούσε κόσμος και τις χάζευε. Και η γιαγιά μου με τραβούσε για να μην βλέπω. Εγώ όμως ήθελα.
Αν μπορούσες να επιλέξεις τι θα γεννηθείς, τι θα επέλεγες;
Θα επέλεγα να ξαναγεννηθώ τραβεστί αλλά να βγω από πολύ πλούσια αρχίδια. Από έναν πλούσιο μπαμπά. Να έχω φράγκα, να μην δουλεύω πεζοδρόμιο για να ζω.
Αγάπησες ποτέ σου;
Ναι, μεγάλος έρωτας. Είχα έναν δεσμό με έναν Γερμανό για χρόνια, όταν ζούσα εκεί. Πέρασα πάρα πολύ καλά.
Χτυπήθηκες για κάποιον; Πόνεσες;
Ναι, για τον Μπάμπη που ήταν ο τρίτος μου μεγάλος δεσμός. Και μετά από αυτόν είπα ότι δεν θέλω κανέναν άλλο δεσμό. Ούτε τώρα που πέρασαν τα χρόνια όταν με ρωτάνε αν ήθελα κάποιον για συντροφιά. Δεν θέλω κανέναν. Με τον Μπάμπη έχω να θυμάμαι μόνο τα δυσάρεστα και όχι τις ωραίες στιγμές. Ίσως γιατί όταν έφυγε πόνεσα πάρα πολύ.
Γιατί χωρίσατε;
Ήμασταν 7 χρόνια μαζί. Όταν ήμασταν μαζί, ήμουν σπίτι, δεν δούλευα στο πεζοδρόμιο. Μαζί μέναμε, μαζί κάναμε διακοπές, μαζί κοιμόμασταν. Μαζί τα πάντα. Σαν αντρόγυνο. Μετά από 7 χρόνια ξαφνικά θυμήθηκε ότι έπρεπε να με χωρίσει να κάνει οικογένεια και να με ξεχάσει. Τελικά παντρεύτηκε ύστερα από 14 χρόνια για να κάνει οικογένεια. Ως τότε γυρνοβολούσε στις πιάτσες. Και έπρεπε εγώ μετά από 7 χρόνια να μαζέψω τα κομμάτια μου, να βγω ξανά στην πιάτσα που την είχα ξεσυνηθίσει και να δουλέψω.
Το όνομα Νανά πώς το διάλεξες;
Είχα πάρει πολλά ονόματα στην αρχή Τζένη, Έρικα, αλλά το Νανά το πήρα γιατί με φωνάζανε Πάνα, μετά Άννα και εμένα το Νανά μου άρεσε από πάντα. Λέγανε την γιαγιά μου Νανά και είχα διαβάσει και το βιβλίο του Ζολά, τη «Νανά» και μου άρεσε πολύ. Ήταν ένα όνομα κατάλληλο για μια πουτάνα.
Τι είναι για σένα πουτάνα;
Ένας άνθρωπος που ξέρει να ζει τη ζωή του. Όχι η πουτάνα που είναι κλειδωμένη στο μπουρδέλο. Αλλά μια που γλεντάει, που μεθάει, που έχει γκόμενους που της κάνουν θελήματα, που κάνει σεξ.
Έχεις διατελέσει πουτάνα και τσατσά. Ποιος ρόλος σου πάει τελικά πιο πολύ;
Ντάνα οπωσδήποτε. Πουτάνα. Ήμουν καλή τσατσά πιστεύω επειδή έζησα την ζωή της πουτάνας. Ένα μέρος της επιτυχίας μου ήταν αυτό. Ήξερα πώς να φέρομαι και στο πελάτη και στην πουτάνα. Τις συμπαραστεκόμουνα τις πουτάνες.
Μεγάλο σχολείο το πεζοδρόμιο…
Πολύ μεγάλο, όπως και το μπουρδέλο. Εκεί γνωρίζεις όλων των ειδών τους ανθρώπους: δικηγόροι, φαντάροι, γιατροί, οικοδόμοι, αστυνομικοί, φοιτητές. Ό,τι μπορείς να φανταστείς, στην πιάτσα μπορείς να το βρεις και να τους δεις όλους αδύναμους, ξεβράκωτους, με τα πάθη τους.
Παρ όλο που ήξερες ότι σου αρέσει ο ρόλος της γυναίκας και έγινες τρανς έκανες και οικογένεια και παιδιά. Γιατί; Το μετάνιωσες;
Όχι δεν το μετάνιωσα και το έκανα γιατί από πάντα μου άρεσαν πάρα πολύ τα παιδιά και ήθελα δικά μου παιδιά. Βέβαια συνιστώ σε κάθε γκέι και τραβεστί, όταν ξέρει τι είναι και τι θέλει, να μην παντρεύεται γιατί κάνει δυστυχισμένο τον εαυτό του και το άλλο πρόσωπο και τα παιδιά, αν κάνει παιδιά. Εμένα, βέβαια, η γυναίκα μου ήξερε ότι πάω με αγόρια και παρ όλα αυτά ήθελε να παντρευτούμε. Και αν δεν μου έκανε ό,τι μου έκανε θα ήμουν ακόμα με τα παιδιά μου.
Έχεις σχέσεις με την οικογένεια σου;
Όχι, δεν έχω. Μέχρι τα παιδιά να μεγαλώσουν λίγο, πήγαινα τα έπαιρνα, τα έβλεπα, πηγαίναμε βόλτα, τα ψώνιζα, τα κρατούσα. Μέχρι να χωρίσω έτσι και αλλιώς εγώ τα μεγάλωσα, εγώ τα άλλαζα, εγώ τα τάιζα, η μάνα τους δεν έκανε τίποτα. Μετά ξαφνικά την έπιασε μια υστερία, ότι είμαι το κακό πρότυπο και θα κάνω κακό στα παιδιά και ζήτησε ασφαλιστικά μέτρα και δικαστική απόφαση για να μην τα βλέπω.
Τώρα δεν τα βλέπεις καθόλου...
Όχι. Τα έστρεψε εναντίον μου τα παιδιά, δεν με θέλουν. Την κόρη μου. Ο γιός μου έχει μερικά χρόνια που πέθανε σε τροχαίο. Με πήραν να μου το πουν 3 μέρες μετά και το ήξεραν και τα αδέλφια μου και δεν με ειδοποίησε κανείς.
Δεν θέλανε μια τραβεστί στην κηδεία;
Αυτό το καταλαβαίνω. Ας μου λέγανε ότι δεν θέλουν να πάω. Αλλά επειδή, όπως έμαθα, από το τροχαίο χτύπησε πολύ, τον είχαν στο ψυγείο πριν γίνει η κηδεία. Ας μου λέγανε να πάω εκεί στο νοσοκομείο, στο νεκροτομείο που δεν θα με έβλεπε κανείς, να πάω να τον δω για τελευταία φορά και να τον αποχαιρετίσω.
Πώς πιστεύεις ότι θα ήταν η ζωή σου αν δεν ήσουν τρανς.
Θα είχα ήδη πεθάνει από μελαγχολία ή θα είχα τρελαθεί. Ένα από τα δύο.
Είχες κάποιο πρότυπο γυναίκας;
Όχι κάτι συγκεκριμένο, αλλά εκεί στο Καραμπουρνάκι όπου μεγάλωσα υπήρχε ένα μαγαζί που το λέγανε Plus dovile, έβλεπα τις τραγουδίστριες κάθε βράδυ με τα κόκκινα χείλη και τις λαμέ τουαλέτες, τα στράς, τις παγιέτες και νοερά φανταζόμουν ότι ήμουν εγώ στην θέση τους. Ήθελα να γίνω σαν αυτές όταν μεγαλώσω.
Έχεις μετανιώσει για κάτι στην ζωή σου, θα άλλαζες κάτι;
Όχι δεν νομίζω ότι θα άλλαζα κάτι.
Έβγαλες λεφτά από την δουλειά;
Έβγαλα πάρα πολλά λεφτά. Όταν λέω πολλά λεφτά, πολλά.
Τι τα έχεις κάνει;
Τα έχω φάει.
Το έχεις μετανιώσει που δεν έχεις κρατήσει κάποια στην άκρη;
Όχι, έχω ζήσει την ζωή μου όπως ήθελα να την ζήσω, με τις διακοπές μου, με τα ταξίδια μου, με τα ρούχα μου, με τα πάντα. Αλλά δεν μετάνιωσα που δεν έχω λεφτά, που δεν κράτησα λεφτά.
Σκεφτόμενη την εμφάνιση σου τότε και τώρα, νιώθεις νοσταλγία, μελαγχολία; Έχεις συμβιβαστεί με αυτό;
Ότι γερνάω; Και τι έγινε; Πάντα κούκλα και θεά θα είμαι; Κανένα τριαντάφυλλο δεν είναι πάντα ανθισμένο και δεν μοσχοβολάει. Μαραίνεται και πεθαίνει. Ούτε και φοβάμαι μην πεθάνω, χέστηκα, ούτε που με νοιάζει.
Έχεις όνειρα τώρα;
Να κερδίσω το τζόκερ και να πάω να ταξιδέψω σε όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα σ’ αυτά τα μέρη που πήγα και σε άλλα που δεν έχω πάει.
Πώς περνάει η μέρα σου;
Έτσι και έτσι, μονότονα, άλλοτε πληκτικά, άλλοτε χαρούμενα.
Έχεις παράπονα από τους ανθρώπους;
Ναι βέβαια. Εκείνη την εποχή που δούλευα δεν λογάριαζα λεφτά. Και ήθελα πάντα να έχω κόσμο γύρω μου. Το σπίτι μου ήταν γεμάτο κόσμο, τρώγανε, πίνανε, κανανε μπάνιο, γαμιότανε, πίναν καφέδες. Δεν με ένοιαζε τι θα ξόδευα και πόσα για τους φίλους. Όταν ο σπιτονοικοκύρης μου μου έκανε έξωση γιατί του «μόλυνα» το σπίτι – 3 δικαστήρια μου ‘κανε – και τις πρώτες μέρες δεν είχα πού να μείνω, δεν βρέθηκε ούτε ένας να με φιλοξενήσει για μια βραδιά. Όλοι λέγανε ήρθε ο αδελφός μου, λείπουμε, τι θα πει η γειτονιά. Από τότε είπα δεν θέλω κανέναν.
Σ’ αγάπησαν, αγάπησες, χορταίνεται η αγάπη;
Όχι, με τίποτα. Ούτε η αγάπη, ούτε ο έρωτας, ούτε το σέξ χορταίνονται.
Τι θα έλεγες σε μια νέα τρανς σαν συμβουλή;
Να μην παίρνει ναρκωτικά. Τίποτα άλλο.
Πώς θα θελες να σε θυμούνται;
Σαν την Νανά, την μεγάλη ντίβα.
Η Νανά Χατζή πέθανε στις 20 Αυγούστου. Καλό της ταξίδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget